Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΤΥΠΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ 1967-1974





Δημοσίευση του Α' κεφαλαίου του βιβλίου  του Ανδρέα Αργυρόπουλου,"Χριστιανοί και πολιτική δράση κατά την περίοδο της Δικτατορίας 1967-74"





ΚΕΦ. Α΄ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΤΥΠΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ 1967-1974

Για να αντιληφθεί κανείς την αξία του αντιδικτατορικού αγώνα των πολιτικοποιημένων χριστιανών ,πρέπει να έχει μια στοιχειώδη εικόνα για τη στάση της Διοικούσας Εκκλησίας, των Θεολογικών Σχολών και των Χριστιανικών οργανώσεων και των θρησκευτικών εντύπων κατά τα έτη 1967-1974. Είναι κατανοητό ότι περιγραφή λεπτομερής της κατάστασης αυτής δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια της παρούσας εργασίας,όμως θεωρούμε απόλυτα αναγκαία την παρουσίαση κάποιων στοιχείων που εκτιμούμε πως θα μας βοηθήσουν στην κατανόηση του κλίματος της εποχής.
Ο καθηγητής της Κοινωνιολογίας στη σχολή Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Κολωνίας Δημήτριος Σαβράμης σε συνέντευξή του στη Χριστιανική τον Αύγουστο του 1974 για το ζήτημα αυτό είναι αποκαλυπτικός «Η στάση τόσο της Διοικούσης Εκκλησίας, όσο και των Θεολογικών Σχολών κατά την διάρκεια της δικτατορίας υπήρξε δυστυχώς απογοητευτική και συνετέλεσε στην παγκόσμια δυσφήμιση και γελοιοποίηση της Ορθοδοξίας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον πόνο που δοκίμαζα όταν έβλεπα τις σχετικές με την δικτατορία εκπομπές της Γερμανικής Τηλεοράσεως. Παντού όπου παρουσιάζονταν οι τύραννοι του Ελληνικού Λαού εμφανίζονταν κοντά τους Έλληνες Κληρικοί,οι οποίοι,σαν πιστοί δούλοι του καθεστώτος,συνόδευαν τους τυράννους.Πριν από λίγο καιρό ακόμη, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, είχα την ευκαιρία να δω στην Γερμανική Τηλεόραση ένα φίλμ που έδειχνε το ιστορικό της δικτατορίας. Εκείνο που μου έκανε την πιο απαγοητευτική εντύπωση,ήταν το ότι κάθε τόσο άκουε κανείς τις ψαλμωδίες  της Ορθόδοξης Εκκλησίας ή έβλεπε τη μεγαλόπρεπη εμφάνιση Ελλήνων Επισκόπων, οι οποίοι επλαισίωναν την εμφάνιση των τυράννων. Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι η Διοικούσα Εκκλησία εταύτισε 100% τον εαυτό της και την τύχη της με την δικτατορία. Ένα  άλλο ακόμη παράδειγμα: παίρνω συχνά το περιοδικό «Γρηγόριος Παλαμάς» και έτσι είχα την ευκαιρία ,κατά τη διάρκεια της περασμένης επταετίας,να διαβάζω το χρονικό της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Πολλές φορές είχα την εντύπωση ότι διαβάζω κοσμικό όργανο της λέσχης αξιωματικών, διότι σχεδόν όλες οι ειδήσεις που δημοσιεύτηκαν σε αυτό το χρονικό διάστημα αφορούσαν τις κοσμικές εμφανίσεις στρατηγών και συνταγματαρχών, τις οποίες είχε την τιμή να τιμήση δια της παρουσίας του ο «άγιος» Θεσσαλονίκης. Νομίζω ότι αυτά τα μικρά παραδείγματα, τα οποία είναι αμέτρητα, αρκούν να δικαιολογήσουν την απογοητευτική εντύπωση που δημιούργησε η Διοικούσα Εκκλησία κατά την διάρκεια της δικτατορίας. Οσον αφορά τις Θεολογικές Σχολές, αρκεί να τονίσω δύο παραδείγματα: πρώτον ότι εκπρόσωποι αυτών των Σχολών εξυπηρέτησαν τυφλά τους εγκληματίες της δικτατορίας, είτε ως υπουργοί,είτε ως Πρυτάνεις. Το ότι ένας Πρύτανις ελληνικού Πανεπιστημίου ανήκει πλέον στην ιστορία με τον τίτλο «ο Πρύτανις των τάνκς» ,και είναι τακτικός καθηγητής ελληνικής Θεολογικής Σχολής,αρκεί σαν απόδειξη του ότι οι Θεολογικές μας Σχολές απογοήτευσαν πολύ τον Ελληνικό Λαό. Τέλος οι Θρησκευτικές Οργανώσεις ανήκουν κι αυτές στους συνοδοιπόρους της δικτατορίας, δεδομένου ότι δεν ξέρω καμμιά ελληνική Θρησκευτική Οργάνωση που να τόλμησε να καταδικάση τα εγκλήματα της δικτατορίας»[1].
Η δικτατορία από την πρώτη στιγμή προσπάθησε να επιβάλλει τον άμεσο έλεγχο στη Διοικούσα Εκκλησία. Πρώτος της στόχος ήταν η ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου και η τοποθέτηση στη θέση του,του εκλεκτού των Ανακτόρων Ιερώνυμου Κοτσώνη. Αυτό επετεύχθη σε σύντομο χρονικό διάστημα και με πολλές παράνομες μεθοδεύσεις. Το σχέδιο ολοκληρώθηκε με την απομάκρυνση των μητροπολιτών που δεν έδειχναν ιδιαίτερα πρόθυμοι να συνεργαστούν με τη νέα κατάσταση και την επισκοποποίηση νέων που ακολουθούσαν πιστά τον Ιερώνυμο «Όλοι σχεδόν οι νέοι μητροπολίτες είχαν δύο κοινά χαρακτηριστικά: προέρχονταν από τις οργανώσεις της «Ζωής» και του «Σωτήρος» και στα χρόνια του Εμφυλίου είχαν υπηρετήσει ως στρατιωτικοί ιεροκήρυκες σε μάχιμες μονάδες της Βορείου Ελλάδος. Προσόντα που ανταποκρίνονταν στο σύνθημα της χούντας «Ελλάς,Ελλήνων Χριστιανών»[2].
Ο Ιερώνυμος αναλαμβάνει τη στήριξη της δικτατορίας με κάθε τρόπο, πιστεύοντας, όπως γράφει σε επιστολή του στο δικτάτορα Παπαδόπουλο, ότι «όταν έγινεν η Επανάστασις της 21ης Απριλίου αντεπεκρίνετο εις ένα λαϊκόν αίσθημα»[3].
Σε συνέντευξή του στο γερμανικό περιοδικό SPIEGEL δηλώνει ότι: «Είμαστε πολύ ευγνώμονες στο στρατό που έσωσε την Ελλάδα απ’ την καταστροφή,την 21 Απριλίου»[4].
Κατά την τελετή ανάληψης καθηκόντων του Ιερώνυμου ο προεδρεύων της παράνομης αριστίνδην συνόδου Πατρών Κωνσταντίνος πλέκει το εγκώμιο της χούντας αναφέροντας «Είναι ιστορική η στιγμή και δια την Εκκλησίαν και δια το Έθνος. Έπειτα από μίαν περιπέτειαν καθ’ ην το Έθνος ημών διέτρεξε κρισιμωτάτας στιγμάς και έφθασε μέχρι του χείλους της αβύσσου, ερρύσσατο δε αυτό ο Κύριος δια χειρών γενναίων. Η Εκκλησία ήδη απολαμβάνει πρώτη τους καρπούς της εθνοσωτηρίου εκείνης επεμβάσεως. Τα φιλόχρηστα και θεοσεβή της εθνικής υμών κυβερνήσεως αισθήματα και ο διακαής πόθος όπως ίδη την Εκκλησίαν ανορθουμένην και ανερχομένην τας βαθμίδας της μεγάλης και αγίας αυτής αποστολής ήγαγε ταύτην εις την απόφασιν όπως συγκροτήση αριστίνδην Ιεράν Σύνοδον προς αντιμετώπισιν των μεγάλων και φλεγόντων την Εκκλησίαν θεμάτων. Αύτη δε εν πνεύματι αγίω συσκεψαμένη…»[5].
Ο Ιερώνυμος περιοδεύοντας στη Βόρεια Ελλάδα κατά την ομιλία του σε στρατιωτική μονάδα τονίζει ότι: «Σας ευγνωμονούμεν και ιδιαιτέρως τον Στρατόν μας ο οποίος την 21ην Απριλίου, έσωσε την Ελλάδα από την καταστροφήν. Και η αναγνώρισις αυτή από την κεφαλήν της Εκκλησίας της Ελλάδος έχει ιδιαιτέρως βαρύνουσα σημασίαν δια την καθολικότητα της επιτυχίας της Επαναστάσεως υπό του Ελληνικού Λαού»[6]
Ο ίδιος δεν παρέλειψε να παρασημοφορήσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο [3-5-1968] με το ανώτερο παράσημο της Εκκλησίας της Ελλάδας το Χρυσό Σταυρό του Αποστόλου Παύλου,ο οποίος δεν έχει απονεμηθεί σε κανέναν άλλον πολιτικό ηγέτη της Ελλάδας.[7]
Από τον Αύγουστο όμως του 1969 αρχίζει να κρατάει αποστάσεις, χωρίς όμως σε καμιά περίπτωση να συγκρούεται ανοικτά με την δικτατορική κυβέρνηση. Στις 6-8-1969 στέλνει γράμμα στον Παπαδόπουλο και εκφράζει τις διαφωνίες του για τον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας «Η ωμή βία και το Κράτος του Χωροφύλακος οδηγούν όχι εις την Δημοκρατίαν, αλλ’ είτε εις την δουλείαν είτε εις την ανατροπήν. Ενόσω είναι ακόμη καιρός προλάβετέ την. Διότι και τα δύο οδηγούν εις τον όλεθρον της Ελλάδος. Διότι εάν μεν επιτύχητε την υποδούλωσιν του Λαού, δηλαδή ο Ελληνικός Λαός να αποκτήση φρόνημα δούλων, πράγμα αδύνατον, («του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει»), θα έχετε αποτύχη εις τον σκοπόν σας ως Επανάστασις, διότι ήλθατε να μας σώσετε από το καθεστώς της δουλείας, αλλά και θα οδηγήτε την Ελλάδα εις τον όλεθρον»[8].
Η συντριπτική πλειονότητα των επισκόπων υμνούσε τους δικτάτορες καθ’ όλη τη διάρκεια της επταετίας. Ενδεικτικά αναφέρουμε την στάση ορισμένων απ’ αυτούς τις παραμονές του «δημοψηφίσματος» για το Σύνταγμα.
Ο Λαρίσης Θεολόγος με την υπ΄αριθμόν 6/1207/20-9-1968 εγκύκλιό του προς τους κληρικούς της Μητροπόλεώς του, τους καλεί να στηρίξουν την κυβέρνηση, με το να ψηφίσουν οι ίδιοι και να προπαγανδίσουν στο ποίμνιό τους το «ΝΑΙ» στο Σύνταγμα. Γράφει λοιπόν στην εγκύκλιό του «...Να υπογραμμίσωμεν εις υμάς την Εθνικήν ανάγκην επιτελέσεως του καθήκοντος τούτου ίσως δεν χρειάζεται, καθόσον οι πάντες εκ του πλησίον και ως άτομα και ως σύνολον εζήσαμεν, την προ της εθνοσωτηρίου όντως επεμβάσεως του ενδόξου Ελληνικού στρατού, διαλυτικήν των πάντων επικρατούσαν κατάστασιν. Ήδη,συν Θεώ, πρωτοπορούσης της Εθνικής ημών Κυβερνήσεως, η φιλτάτη μας πατρίς και ο λαός της βαδίζουν ασφαλώς και δημιουργικώς την ανοδικήν των πορείαν. Αλλ’ ακριβώς δια τον λόγον αυτόν τώρα, όχι αργότερα, θα πρέπει οι πάντες να δώσωμεν το «παρών» επιτελούντες εις το ακέραιον το καθήκον μας. Πολύ περισσότερον ημείς οι Κληρικοί, υπέρ των οποίων εσχάτως μόλις, τόσον ευεργετικά μέτρα ελήφθησαν υπέρ της ανακουφίσεως ημών   και των οικογενειών ημών. Καταλλήλως ωσάν πνευματικοί πατέρες των ενοριτών σας, το ίδιον πνεύμα θα πρέπει να μεταδώσητε εις τας συζητήσεις ή τας εκ μέρους των τυχόν ερωτήσεις, τονίζοντες την ιεράν υποχρέωσιν να ενεργήσουν ως αληθινοί Ελληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί…Εφ’όσον ακούσωμεν εις την φωνήν [της πατρίδας] και ως καθαρόαιμοι ΄Ελληνες και γνήσιοι Χριστιανοί απαντήσωμεν εις το κάλεσμά της με το ΝΑΙ μας εις το Σύνταγμα, ημείς θα κάμωμεν στοιχειώδες έναντί της καθήκον, εις αυτήν δε θα δώσωμεν το δικαίωμα επιβιώσεως και αναδημιουργίας της και σταθεράς πορείας της εις τον θείον προορισμόν και την αποστολήν της…»[9].
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η εγκύκλιος του Μητροπολίτη Ζιχνών κ. Νικόδημου Βαλληνδρά με αριθμό 576/20-9-1968: «Όλοι πρέπει να γνωρίζωμεν,ότι το Νέον Σύνταγμα συνδυάζει την σοφίαν της επιστήμης, την πείραν του Έθνους και το επαναστατικό όραμα της Εθνικής Κυβερνήσεως δι’ εν λαμπρόν μέλλον της Πατρίδος. Παρακαλούμεν, όπως μεριμνήσητε, ίνα η παρούσα εγκύκλιος αναγνωσθή μετά το πέρας της θείας λειτουργίας και καταβάλητε πάσαν προσπάθειαν, ίνα πείσητε όλους τους φιλοθρήσκους κατοίκους των χωρίων σας, ώστε την 29ην Σεπτεμβρίου να ψηφίσουν ΝΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ…»[10].
Ο Φθιώτιδος κ. Δαμασκηνός γράφει στην υπ’ αριθμόν 1562/9-7-1973 εγκύκλιό του προς τους ιερείς: «Διαφωτίσατε καταλλήλως και δραστηρίως τους πιστούς της ενορίας σας, γνωρίζοντες εις αυτούς, ότι το ΝΑΙ που καλούνται να ψηφίσουν και επιβάλλεται όλοι μας να ψηφίσωμεν δεν αλλάζει απλώς μίαν σκηνήν από ένα έργον, αλλά μεταβάλλει βασικώς όλον το έργον. Γνωρίσατε εις τους πιστούς, ότι ΝΑΙ σημαίνει επανασύνδεσιν με το πνεύμα και την σκέψιν των προγόνων μας. Σημαίνει επανάκτησιν της γνησίας ιθαγενείας μας. Σημαίνει ισονομία και ισοτιμία. Σημαίνει τέλος, ότι μόνοι μας εκ του αίματός μας και εκ των ιδίων δυνάμεών μας κατευθύνομεν και καθορίζομεν τα του οίκου μας»[11].
Ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Ευγένιος συνέταξε την εγκύκλιο 3267/1550, όπου μεταξύ των άλλων αναφέρει «Ο Θεός διευθύνει την ιστορίαν. Θέλημα Αυτού ήτο όπως άνδρες εκ του ευσεβούς ημών λαού, πιστοί εις τα Ελληνοχριστιανικά ημών ιδεώδη, γενναίοι δ’ Ανώτεροι Στρατιώται του Ενδόξου ημών Εθνικού Στρατού, αναλάβωσιν από της 21ηςΑπριλίου 1967 την μεγάλην ευθύνην της διακυβερνήσεως της χώρας ημών δια να διαφυλάξωσιν αυτήν εκ του επικινδύνου κομμουνισμού και του κομματικού διχασμού και με πίστιν ακλόνητον εις τον Θεόν και μείζονα αγάπην προς την Ελλάδα, αγωνισθώσι δια την ενότητα των Ελλήνων και δια την επιβεβλημένην πολιτικήν, κοινωνικήν και οικονομικήν ανόρθωσιν της φιλτάτης ημών Πατρίδος…Ευκαίρως δ’ εξαίροντες και τα επιτεύγματα της Εθνικής ημών Κυβερνήσεως εις όλους τους τομείς της εθνικής δραστηριότητος, προτρέπητε τους ενορίτας υμών και δια την επιφήφισιν του ΝΕΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, το οποίον αποσκοπεί εις την εγκαθίδρυσιν εν Ελλάδι πραγματικής Δημοκρατίας και προσερχόμενοι αξιοπρεπώς εις το δημοψήφισμα της 29ης του τρέχοντος Σεπτεμβρίου μηνός δώσητε και εν τούτω, ως εμπρέπει εις ιερείς, το καλόν παράδειγμα…»[12]. Δεν αρκέσθηκε όμως σ’ αυτήν, αλλά απέστειλε και δεύτερη  εγκύκλιο προς τους εφημέριους μοναχούς και τις μοναχές επιμένοντας πιεστικά να ψηφίσουν φοβούμενος  μήπως λόγω του μοναχικού τους σχήματος απέχουν του «δημοψηφίσματος». Τους γράφει λοιπόν: «….Επιθυμούμεν να τονίσωμεν και αύθις εις υμάς, ότι χρέος υμών είναι, όπως μετάσχητε εις το Δημοψήφισμα της 29ης Σεπτεμβρίου ψηφίζοντες το ΣΥΝΤΑΓΜΑ. Η μη συμμετοχή υμών εις το Δημοψήφισμα, εκτός της ηθικής ευθύνης, θεωρείται και παράβασις Νόμου του Κράτους συνεπαγομένη κυρώσεις,ως φυλάκισιν κ.λ.π.»[13].
Από τη σύντομη αναφορά μας στη στήριξη της δικτατορίας από τη Διοικούσα  Εκκλησία δεν πρέπει να παραλείψουμε τον Επίσκοπο Θεσσαλονίκης κ. Λεωνίδα,ο οποίος καθόλη τη διάρκεια της επταετίας ακόμη και την τελευταία στιγμή, συνέχιζε να τη στηρίζει ξεπερνώντας κάθε όριο[14]. Η ρήση του «Δύο Δέσποινας έχομεν. Μίαν εις τους ουρανούς,την Παναγίαν,και άλλην εις την γήν,την κυρία Προέδρου»[σ.σ.την Δέσποινα Παπαδοπούλου][15],είναι γνωστή στο πανελλήνιο.
Τέλος οφείλουμε να αναφέρουμε και την εκ του εξωτερικού αποδοχή της δικτατορίας από Έλληνες Ορθόδοξους Ιεράρχες, οι οποίοι φθάνουν στο σημείο να τη χαρακτηρίζουν και «Θεόπεμπτο», όπως και ο εκ Σικάγου ορμώμενος επίσκοπος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Βόρειας και Νότιας Αμερικής, ο Χριστουπόλεως κ. Μελέτιος,ο οποίος με αφορμή την επίσκεψή του στην Ελλάδα τον Οκτώβρη του 1967 εδήλωνε πως «Η επίσκεψις και η παραμονή μας εις την γενέτειραν επί ένα μήνα ήτο ένα πνευματικόν αναβάπτισμα εις ένα περιβάλλον χριστιανικόν, εθνικόν, νομοταγές, ασφαλέστατον και ειρηνικόν…Επιστρέφοντες εις την δευτέραν μας πατρίδα την Αμερικήν, απεκομίσαμεν αρίστας εντυπώσεις. Επί πλέον είμεθα χαρούμενοι και υπερήφανοι, διότι η Ελλάς δια της δυνάμεως του Θεού, ο οποίος σας κατηύθυνε και δια της αμέσου επεμβάσεως του εθνικού μας στρατού, δι Υμών και των συνεργατών σας ,απεκρούσατε εγκαίρως την εσωτερικήν θανάσιμον δια την Ελλάδα επιβουλήν του διεθνούς κομμουνισμού και εσώσατε την πατρίδα, την Εκκλησίαν, την οικογένειαν, την ελευθερίαν, την ανεξαρτησίαν, τα παιδιά μας, τα όσια και τα ιερά μας, ό,τι ιερόν και ό,τι πολύτιμον ως εθνικόν σύνολον και ως άτομα είχομεν…Η Στρατιωτική Κυβέρνησις της Ελλάδος της 21ης Απριλίου 1967 ήτο Θεόπεμπτος. Εύχομαι ο Κύριος των Δυνάμεων, ο Ιησούς Χριστός και η Παναγία Μητέρα του, η άγρυπνος στρατηγός και υπέρμαχος του Πανελληνίου, να σας δυναμώνουν όλους κυβέρνησιν, λαόν, στρατόν και εκκλησίαν»[16].
Στις 3-8-1968 ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Βενέδικτος παρασημοφορεί τους πρωτεργάτες της 21ης Απριλίου αναγορεύοντάς τους «Μεγάλους Σταυροφόρους του Τάγματος των Ορθοδόξων Σταυροφόρων του Παναγίου Τάφου. Προσφωνώντας τους, εκφράζει τις ευχαριστίες του για το ενδιαφέρον τους «υπέρ της μητρός των εκκλησιών του παλαιοτάτου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και της αγιωτάτης εκκλησίας της Ελλάδος, ως και της υφ’ υμών ενεργουμένης σταυροφορίας δια την επικράτησιν των ελληνοχριστιανικών ιδεωδών, εις δε και κραταίωσιν των ευγενών και ατρήτων αγώνων υπέρ της δόξης και του μεγαλείου του ευσεβούς ημών έθνους»[17].
Ακολουθώντας τη γραμμή του στις 6-5-1969 ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας κ. Νικόλαος απένειμε στον δικτάτορα Παπαδόπουλο το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Αποστόλου και Ευαγγελιστή Μάρκου. Στη προσφώνησή του υπογραμμίζει «ο δρόμος τον οποίον ακολουθήσατε δια την λύσιν  της πολιτικής καταστάσεως και την εξυγίανσιν του τόπου είναι ο καλύτερος,ασφαλής και βέβαιος, ο οποίος θα μας φέρη εις την κορυφήν της δόξης και της Αναστάσεως του Έθνους ημών. Είναι ασφαλώς, όπως θα γνωρίζετε και εσείς ο ίδιος, ο δρόμος αυτός ολίγον τι δύσκολος και ανηφορικός, αλλά να ενθυμήσθε πάντοτε τον δρόμον τον οποίον ηκολούθησε Αυτός, οΑρχηγός της εκκλησίας μας,ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Από τον Γολγοθάν θα πορευθούμε προς την Ανάστασιν. Έχετε παρά το πλευρόν σας σύμπασαν την εκκλησίαν όχι μόνον της Αλεξανδρείας και της Ελλάδος, αλλά όπου απανταχού ευρίσκονται Έλληνες Χριστιανοί. Και ο Θεός, ο οποίος σας εξέλεξε ως όργανόν του, θα σας βοηθήσει δια να φέρετε εις αίσιον πέρας το βαρύ έργον, το οποίον αναλάβατε, ήτοι την Αναγέννησιν του τόπου αυτού. Σας εύχομαι εξοχώτατε υγείαν σιδηράν και ακλόνητον, δια να ημπορέσετε να φέρετε εις αίσιον πέρας το έργον το οποίον σας ανέθεσε η πρόνοια του Θεού»[18].
Πλην όμως της Διοικούσας Εκκλησίας, είναι αξιοσημείωτη και η στάση των χριστιανικών οργανώσεων και των εντύπων θρησκευτικού περιεχομένου. Από τη πρώτη στιγμή με συνεχή δημοσιεύματα υπεραμύνονται των πολιτικών επιλογών της 21ης Απριλίου και τονίζουν την ορθότητα των δηλώσεων του «Προέδρου της Κυβερνήσεως» αλλά και όλων των στελεχών της δικτατορίας, τονίζοντας κατ’ επανάληψη «την ικανοποίησιν του δημοσίου αισθήματος απ’ αυτές»[19] και το αξιόλογον του περιεχομένου τους[20]
Η συχνότητα δημοσίευσης επαινετικών για την 21η Απριλίου δημοσιευμάτων στα χριστιανικά έντυπα δίνει την εντύπωση ότι είχαν κατά κάποιο τρόπο αναλάβει την ιδεολογική κάλυψη κάθε δραστηριότητας της δικτατορίας. Η «ΖΩΗ» βρίσκει το νόημα της «ΜΕΓΑΛΗΣ ΙΔΕΑΣ» και του Ελληνοχριστιανισμού στο λόγο του «αντιπροέδρου» της Κυβέρνησης στρατηγού Σπαντιδάκη προς τους νέους και προτείνει: «Ο λόγος αυτός θα πρέπει να διανεμηθή κατά το προσεχές σχολικόν έτος, ως ανάτυπον, εις όλον το μαθητικόν και φοιτητικόν κόσμον και να αναλυθή υπό των εκπαιδευτικών προς τους μαθητάς. Θα συνεργήση όχι ολίγον εις τον υγιή φρονιματισμόν των νέων και την δικαίαν καύχησίν των ότι είναι Έλληνες και Χριστιανοί»[21].
Ορισμένες φορές τα δημοσιεύματα στα περιοδικά αυτά είναι τόσο ακραία,που ούτε ο φανατικότερος υποστηρικτής της επταετίας δεν θα μπορούσε να τα συντάξει. Στις 8-5-1968 ο «ΣΩΤΗΡ» πανηγυρίζει για το ένα έτος διακυβέρνησης της χώρας από την δικτατορία. Σε σχόλιο με τίτλο «21ηΑπριλίου 1967» γράφει: «Με έκδηλον ενθουσιασμόν και παλλαϊκήν συμμετοχήν εωρτάσθη εις ολόκληρον την χώραν η πρώτη επέτειος της Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου 1967. Το Έθνος κατά το διαρρεύσαν έτος απήλαυσε πλείστα αγαθά εκ της επιβολής της τάξεως εις το εσωτερικόν της χώρας δια της εξαρθρώσεως του Κομμουνιστικού οργανισμού και των παραφυάδων του και εκ της διεθνούς αναγνωρίσεως της Κυβερνήσεως. Κάθε φιλόπατρις και φιλήσυχος Έλλην, όσον με βαθείαν ανησυχίαν αντίκρυζε την παντοειδή αποχαλίνωσιν εις τας εκδηλώσεις του Κρατικού μηχανισμού, μέχρι της 21ης Απριλίου,τ όσον με έκδηλον ικανοποίησιν απολαμβάνει τα αγαθά της τάξεως και ευνομίας, ουχ ήττον δε και της οικονομικής σταθερότητος και της παντοειδούς ανορθωτικής δραστηριότητος της Εθνικής Κυβερνήσεως εις όλους τους τομείς της ζωής του ΄Εθνους. Ο Θεός, τον Οποίον συχνά επικαλούνται οι πρωτεργάται της Επαναστάσεως, ας φωτίζη τους ηγέτας του ΄Εθνους και ας καθοδηγή την Εθνικήν Κυβέρνησιν εις ορθάς ενεργείας προς όφελος και δόξαν της Ελλάδος»[22]. Για τον «ΣΩΤΗΡΑ» «η Εθνική Κυβέρνησις αποτελείται από άνδρας πίστεως, ευλαβείας και υψηλού ήθους»[23].
Η «ΖΩΗ» καταγγέλει την εξέγερση του Πολυτεχνείου και τους μετέχοντες σ’ αυτήν: «Με μακρυά μαλλιά, παρδαλό ντύσιμο, λίγοι φοιτηταί και περισσότεροι εργάται και οικοδόμοι κλείσθηκαν στο Πολυτεχνείο, ξεχύθηκαν στους δρόμους με ανατρεπτικά συνθήματα, με οδοφράγματα, με πυρπολήσεις και ανατινάξεις, έσπειραν τον όλεθρο παντού,όπου πέρασαν. Η αναστατωμένη ζωή τους και οι εκρήξεις βίας και καταστροφής πηγάζουν από το κενό που νοιώθουν. Μερικοί από αυτούς ζουν χωρίς ιδανικά,ή μάλλον με ιδανικά της αναρχίας. Οι περισσότεροι παρασύρονται και νομίζουν ότι θα έρθη ο … κόκκινος Παράδεισος, αν ανατρέψουν τα πάντα! Έτσι φθάσαμε στις οδομαχίες του Παρισιού, στους βανδαλισμούε των Αθηνών! Φθάσαμε, αφού προηγήθηκαν τα 70 τόσα χρόνια του 20ου αιώνος, που χαρακτηρίζονται από τον εγωϊσμό των μεγάλων, από τα κηρύγματα της απιστίας του Καμύ και του Σάρτρ και τόσων άλλων αθέων ή κλονισμένων στην πίστι διανοητών, από την αδιαφορία και την περιφρόνησι κάθε ιδανικού, από την καταπάτησι κάθε δικαίου. Έτσι φθάσαμε στις εκρήξεις και στις επαναστάσεις της νεολαίας, στις καταστροφές και στην ηθική απαθλίωσι, ενώ συγχρόνως έντονα προβάλλουν τα τραγικά ερωτήματα:- Τι μας λένε τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, τα οδοφράγματα των Αθηνών; Να αναλογισθούμε τις ευθύνες μας εμείς οι ώριμοι. Τις ευθύνες τους μάλιστα οι αυτοκαλούμενοι ηγέται τους, εκείνοι που έντεχνα παρασύρουν ένα μέρος της νεότητος στην εξαθλίωσι και στην καταστροφή. Κλονισμένοι οι ίδιοι, δηλητηριάζουν εφήβους και νέους με της αναρχίας το δηλητήριο και το όπιο της αθείας. Κάτω η οικογένεια, φωνάζουν οι νέοι αυτοί, κάτω ο νόμος, κάτω η ηθική. Ζήτω η σεξουαλική ελευθερία!»[24].
Η ανάλυση αυτή για τη ζωή ήταν απόλυτα φυσιολογική, αν σκεφθεί κανείς  ότι ήταν απ’ τα πρώτα έντυπα που συνεχάρησαν τη δικτατορική Κυβέρνηση για την κατάργηση των πολιτικών νεολαιών. Πριν καν κλείσει μήνας από την ανάληψη της εξουσίας απ΄τους επίορκους στρατιωτικούς, η «ΖΩΗ» γράφει: «Διέπραξαν τα κόμματα και αυτό το βαρύ αμάρτημα· εφανάτισαν και εξήψαν ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής νεότητος προς τας κομματικάς αντιθέσεις και διαμάχας. Μερικά μάλιστα, των οποίων σαφώς διαφαινόμενος σκοπός ήτο η αποδιάρθρωσις και αποσύνθεσις της κοινωνίας, εξηρέθησαν τους νέους, εν ονόματι της «πολιτικής λευτεριάς» και της «παγκόσμιας ειρήνης», και με συνθήματα μίσους κατά πάσης αξίας, κατά παντός ιερού θεσμού, τους εξήγειραν, τους ωργάνωσαν εις μαχητικάς παρατάξεις και τους ωδηγούσαν σαφώς πλέον προς αιματηράς συγκρούσεις. Επί πλέον έσπειραν και εκαλλιέργησαν και μεταξύ αυτής ταύτης της μαθητιώσης και σπουδαζούσης νεολαίας ηθικάς και ιδεολογικάς αντιθέσεις και διαμάχας, απέναντι δε της οικογενείας και των εκπαιδευτικών ενέπνευσαν απείθειαν και ανταρσίαν και αδιαφορίαν δια την μόρφωσιν. Όλα δε αυτά, δια να εισαγάγουν τάχα τα άπλαστα παιδιά εις την πολιτικήν ζωήν και τα μορφώσουν «σαν λεύτερους πολίτες», εις την πραγματικότητα όμως δια να τα χρησιμοποιήσουν ως μάζαν προς εξυπηρέτησιν αντεθνικών και αντιχριστιανικών σκοπών. Και είναι σωτήριος δια την νεότητα και το έθνος η πράξις της σημερινής κυβερνήσεως,η οποία κατήργησε τας πολιτικάς νεολαίας και έθεσε φραγμόν εις την καπήλευσιν του αγνού ενθουσιασμού της ελληνικής νεότητος»[25].
Στον «ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΤΥΠΟ» τον Ιούλιο του 1967 στο άρθρο του Θεόκλητου Διονυσιάτη, όπου ο αρθρογράφος  «ερμηνεύει» τη φράση του υπαρχηγού της επταετίας Στυλιανού Παττακού «έχομεν σύμμαχον τον Θεόν», διαβάζουμε: «Δεκαετηρίδας ολοκλήρους είχομεν να ακούσωμεν τοιαύτην γλώσσαν εκφραστικήν του Ελληνοχριστιανικού Πνεύματος. Γλώσσαν πίστεως, γλώσσαν και χριστιανικήν και ελληνικήν, διερμηνεύουσαν την ατρόμητον κλασσικήν ανδρείαν της εθνικής ψυχής και την αταλάντευτον σταθερότητα επί τα πεπρωμένα της φυλής, που χαρίζει η Ορθόδοξος επί τον Θεόν πίστης…Η υψηλού περιεχομένου αύτη φράσις δε χαράσσει μόνον μίαν πυρίνην διαχωριστικήν γραμμήν μεταξύ ενός φαύλου και αθεοτάτου παρελθόντος των τελευταίων δεκαετηρίδων και της αυγής της 21ης Απριλίου που έπνευσεν εις την χώραν μας ως ελληνοχριστιανική αύρα, αλλά ανανεώνει και την μνήμην των θεμελίων και της βιώσεως του Βυζαντίου μας. Δια τούτο και θέλγει τας καρδίας και πλατύνει την σκέψιν μας η ιδέα, η ελπίς, μιας επιστροφής εις τας εθνικάς πηγάς…Η Εθνική Κυβέρνησις που διαθέτει τόσην ιδεολογικήν υγείαν, από όπου αντλεί αστειρεύτους δυνάμεις…Νεύσις Θεού ήτο η Επανάστασις προς σωτηρίαν της Ορθοδόξου Ελλάδος εκ των ονύχων του αθέου Κομμουνισμού»[26].
Στο ίδιο πνεύμα και το περιοδικό «ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ» της ομώνυμης Μονής του Αγίου Όρους [τεύχος Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1967] αναφέρει πως «Η παρούσα εθνική ημών κυβέρνησις…έσωσεν εκ του χείλους της καταστροφής το Έθνος ημών»[27]. Στις επόμενες σελίδες ο φιλοχουντικός Μητροπολίτης Κυθήρων Μελέτιος πλέκει το εγκώμιο της δικτατορίας «η σημερινή κυβέρνησις διαφέρει των άλλων μέχρι τούδε κυβερνήσεων…έχει ανυψώσει τας ηθικάς αρχάς, διότι πιστεύει σ’ αυτάς…Την Κυριακήν ως καλοί χριστιανοί να εκκλησιάζεσθε, να αγιάζεσθε δια έργων καλών αγάπης, βοηθούντες εις το έργον της Εθνικής Κυβερνήσεως»[28].
Όπως προαναφέραμε, είναι αδύνατη η ολοκληρωμένη παρουσίαση της όλης κατάστασης στις λίγες σελίδες αυτού του κεφαλαίου. Είναι σαφές ότι χρειάζεται εκτεταμένη έρευνα γύρω από τη στάση της Διοικούσας Εκκλησίας των χριστινικών οργανώσεων και των θρησκευτικών εντύπων στα χρόνια της δικτατορίας. Τη σύντομη αναφορά μας τη θεωρήσαμε απόλυτη αναγκαία, υπό την έννοια ότι μας βοηθάει να αντιληφθούμε το πολιτικό και θρησκευτικό κλίμα της εποχής, να κατανοήσουμε τη δύσκολη συγκυρία μέσα στην οποία κατόρθωσαν οι πολιτικοποιημένοι χριστιανοί να υψώσουν το πολιτικό τους ανάστημα και με τις πράξεις τους να τιμήσουν τις ευαγγελικές τους αρχές.



[1]  Συνέντευξη Εφ. Χριστιανική αρ. φ. 58 (31/8/1974) σ. 1.
[2] Γ. Καραγιάννη, Εκκλησία καί κράτος 1833-1977, ιστορική επισκόπηση των σχέσεών τους (εκδ. Το Ποντίκι), Αθήνα 1997, σ. 167.
[3]  ο.π. σ. 222.
[4] W. Fischer-E. Rondholz-Γ. Φαράντου, Επανάσταση και αντεπανάσταση στην Ελλάδα (1936-1974) (εκδ. Μπουκουμάνη), Αθήναι 1974, σ. 118.
[5] ΣΜΠ, Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ. 54 (3/8/1974) σ. 6.
[6] ΣΜΠ, Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ 55 (10/8/1974) σ. 5.
[7] ΣΜΠαπαθ., Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ 59 (7/9/1974), σ. 5.
[8] Γ. Καραγιάννη, μν. έκδ. σ. 224.
[9] Γ. Γκίνη, Ιεράρχες διάκονοι της χούντας, Αθήνα 1978, σ. 95-96.
[10] ό.π. σ. 87-88.
[11] ό.π. σ. 96.
[12] (ανυπόγραφο), Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ 64 (12/10/1974) σ. 5.
[13] , ό.π.
[14] Σ. Παπαθεμελή, Η αγωνία της ελευθερίας (εκδ. Μήνυμα) Αθήνα 1976, σ. 84.
[15]  Γ. Καραγιάννη μν. έκδ. σ. 167.
[16] ΣΜΠαπαθ., Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ.56 (17/8/1974) σ. 5.
[17] ΣΜΠαπαθ., Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ. 57 (24/8/1974) σ. 5.
[18] ΣΜΠαπαθ., Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ. 59 (7/9/1974) σ. 6.
[19] Σωτήρ, αρ. φ. 318 (10/5/67) σ. 280.
[20] Σωτήρ, αρ. φ. 361 (10/4/1968) σ. 234. Βλ. επίσης Σωτήρ αρ. φ. 385 (30/10/1968) σ. 616.
[21] Ζωή, αρ. φ. 2541 (29/9/1967).
[22] Σωτήρ, αρ. φ. 364 (8/5/1968) σ. 280.
[23] Σωτήρ, αρ. φ. 405 (26/3/1969) σ. 200.
[24] Ζωή, αρ. φ. 2837 (13/12/1973) σ. 359.
[25] Ζωή αρ. φ. 2535 (18/5/1967) σ.
[26] ΣΜΠ, Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ. 55 (3/8/1974) σ. 6.
[27] ΣΜΠαπαθ., Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ. 56 (17/8/1974) σ. 3.

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Γιώρ­γου Λιε­ρού:ΠΡΕΠΕΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ;






(Αναδημοσιεύουμε από την εφημερίδα "εποχή" μια ενδιαφέρουσα άποψη του συγγραφέα Γιώργου Λιερού. Ο Γιώργος Λιερός ανήκει στο χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς και είναι δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Χαλανδρίου. Η πολιτική τοποθέτησή  του κάνει την άποψή του ακόμα πιο ενδιαφέρουσα.)



Κρά­τος, Εκκλη­σία, κλή­ρος και α­ρι­στε­ρά


Το κρά­τος ε­πι­χο­ρη­γεί τις ορ­γα­νω­μέ­νες θρη­σκείες, ε­πει­δή α­πο­τε­λούν μέ­ρος του πο­λι­τι­σμι­κού ε­ξο­πλι­σμού της κοι­νω­νίας· το κά­νει για δι­κό του ό­φε­λος, λό­γω του α­πο­φα­σι­στι­κού ρό­λου της θρη­σκείας στην άρ­θρω­ση του κοι­νω­νι­κού δε­σμού, στην πα­ρα­γω­γή του συμ­βο­λι­κού και φα­ντα­σια­κού σύ­μπα­ντος, του ό­λου τρό­που ε­πι­κοι­νω­νίας μέ­σα α­πό τον ο­ποίον συ­γκρο­τεί­ται η κοι­νω­νία και δια­τυ­πώ­νε­ται ο η­γε­μο­νι­κός λό­γος.
Σε μια εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη κοι­νω­νία, βέ­βαια, οι θρη­σκευ­τι­κοί θε­σμοί δεν έ­χουν το μο­νο­πώ­λιο στη συμ­βο­λι­κή πα­ρα­γω­γή· συ­νυ­πάρ­χουν με κα­θα­ρά κο­σμι­κούς φο­ρείς πα­ρα­γω­γής πο­λι­τι­σμού (προ­πά­ντων με τους σύγ­χρο­νους εκ­παι­δευ­τι­κούς μη­χα­νι­σμούς, τα μέ­σα μα­ζι­κής ε­νη­μέ­ρω­σης κ.τ.λ.).
Η γνώ­μη μας εί­ναι ό­τι οι θρη­σκευ­τι­κοί και οι πο­λι­τι­σμι­κοί θε­σμοί πρέ­πει να συ­ντη­ρού­νται εν μέ­ρει α­πό ί­διους πό­ρους (με την πε­ριου­σία τους ή α­πό το κοι­νό τους) και συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά α­πό τη χρη­μα­το­δό­τη­ση του κρά­τους. Το κρά­τος ο­φεί­λει να δα­πα­νά δη­μό­σιους πό­ρους για την α­να­στή­λω­ση θρη­σκευ­τι­κών μνη­μείων (χρι­στια­νι­κών, μου­σουλ­μα­νι­κών, ε­βραϊκών κ.τ.λ.), για την εκ­παί­δευ­ση των κλη­ρι­κών, για να συν­δρά­μει τις ορ­γα­νω­μέ­νες θρη­σκείες στο κοι­νω­νι­κό τους έρ­γο ή συμ­βάλ­λο­ντας εν­δε­χο­μέ­νως στη μι­σθο­δο­σία των λει­τουρ­γών τους.
Η χρη­μα­το­δό­τη­ση της Ορθό­δο­ξης Εκκλη­σίας α­πό την πο­λι­τεία δεν εί­ναι λι­γό­τε­ρο θε­μι­τή α­πό τη χρη­μα­το­δό­τη­ση του φε­στι­βάλ Αθη­νών του Με­γά­ρου Μου­σι­κής των πο­λι­τι­κών κομ­μά­των. Η πό­λη-κρά­τος της αρ­χαίας Αθή­νας ξό­δευε δη­μό­σιο χρή­μα για τις γιορ­τές των Πα­να­θη­ναίων και το ί­διο κά­να­νε κι οι αρ­χαϊκές κοι­νω­νίες για τις δι­κές τους γιορ­τές και θρη­σκευ­τι­κές τε­λε­τές.

Οι θρη­σκευ­τι­κοί θε­σμοί ως θε­σμοί δη­μό­σιοι

Οι θρη­σκευ­τι­κοί θε­σμοί, ό­πως και γε­νι­κό­τε­ρα οι θε­σμοί πα­ρα­γω­γής του πο­λι­τι­σμι­κού και συμ­βο­λι­κού πλού­του, εί­ναι πο­λύ ση­μα­ντι­κοί δη­μό­σιοι θε­σμοί και ως τέ­τοιους πρέ­πει να τους α­ντι­με­τω­πί­σου­με· ό­χι να τους δού­με ε­γκλω­βι­σμέ­νους στον ι­διω­τι­κό χώ­ρο, ό­πως πρε­σβεύουν οι φι­λε­λεύ­θε­ρες θεω­ρίες, και χω­ρίς η α­να­γνώ­ρι­σή του δη­μό­σιου χα­ρα­κτή­ρα τους να ση­μαί­νει ό­τι τους θέ­λου­με πο­λι­τι­κούς-κρα­τι­κούς θε­σμούς ( και να ταυ­τι­στού­με έ­τσι με τους κρα­τι­κι­στές και τους ο­πα­δούς του ο­λο­κλη­ρω­τι­σμού ή του φο­ντα­με­ντα­λι­σμού).
Η α­ντί­λη­ψή μας αυ­τή, που ε­πί­σης α­φο­ρά γε­νι­κό­τε­ρα τους πο­λι­τι­σμι­κούς θε­σμούς, βρί­σκε­ται, λοι­πόν, σε α­ντί­θε­ση με τις α­ντι­λή­ψεις του φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού και του κρα­τι­κι­σμού. Δεν εί­ναι κα­θό­λου τυ­χαίο ό­τι ε­να­ντίον της μι­σθο­δο­σίας των κλη­ρι­κών α­πό το κρά­τος στρά­φη­κε πρώ­τος ο Γιάν­νης Στουρ­νά­ρας. Μό­νο που το ε­πι­χεί­ρη­μά του, αν ξε­δι­πλω­θεί, εί­ναι ε­πι­χεί­ρη­μα για την ι­διω­τι­κο­ποίη­ση ή α­κρι­βέ­στε­ρα την α­γο­ραιο­ποίη­ση κά­θε θε­σμού πα­ρα­γω­γής πο­λι­τι­σμού. Εί­ναι γε­γο­νός ό­τι η φι­λε­λεύ­θε­ρη α­ντί­λη­ψη πε­ρί θρη­σκείας α­σκεί ση­μα­ντι­κή γο­η­τεία, ει­δι­κά σε ε­κεί­νο το τμή­μα της α­ρι­στε­ράς που ε­μπνέε­ται α­πό το λό­γο πε­ρί δι­καιω­μά­των. Ωστό­σο, ό­πως ή­δη εί­χε ε­πι­ση­μά­νει ο Μαρξ στο «Εβραϊκό Ζή­τη­μα» δεν πρέ­πει να ξε­χνά­με ό­τι και η πιο πλέ­ρια χει­ρα­φέ­τη­ση του κρά­τους α­πό τη θρη­σκεία (μια πο­λι­τι­κή χει­ρα­φέ­τη­ση) μπο­ρεί να εί­ναι συ­μπλη­ρω­μα­τι­κή ό­χι α­πλώς με μια ε­ξαι­ρε­τι­κά θρη­σκευό­με­νη κοι­νω­νία, αλ­λά και με την άν­θη­ση του κά­θε λο­γής σκο­τα­δι­σμού ή των πιο α­πεχ­θών α­νορ­θο­λο­γι­σμώ­ν· σχε­τι­κά με αυ­τό το πα­ρά­δειγ­μα των Η­ΠΑ εί­ναι πο­λύ δια­φω­τι­στι­κό.

Η κρα­τι­κί­στι­κη α­ντί­λη­ψη για τη θρη­σκεία

Από την άλ­λη, η κρα­τι­κί­στι­κη α­ντί­λη­ψη για τη θρη­σκεία υιο­θε­τεί­ται α­πό έ­να με­γά­λο μέ­ρος της Εκκλη­σίας αλ­λά και -με δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο βέ­βαια- α­πό με­ρι­κές ορ­γα­νώ­σεις ή κόμ­μα­τα της α­ρι­στε­ράς. Στην πρά­ξη η υ­πα­γω­γή της Εκκλη­σίας στο κρά­τος την με­τα­τρέ­πει σε θε­ρα­παι­νί­δα της ε­κά­στο­τε ε­ξου­σίας (ού­τε η Ορθο­δο­ξία έ­χει την κα­τάλ­λη­λη πα­ρά­δο­ση ού­τε η εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία ε­πι­τρέ­πει φο­ντα­με­ντα­λι­στι­κές φι­λο­δο­ξίες ή φα­ντα­σιώ­σεις). Η α­πο­τί­να­ξη της κρα­τι­κής κη­δε­μο­νίας –α­πο­τί­να­ξη η ο­ποία εί­ναι ρή­ξη με έ­να βα­θιά ρι­ζω­μέ­νο κομ­φορ­μι­σμό αιώ­νω­ν–εί­ναι προϋπό­θε­ση για να πά­ρουν ε­νερ­γό μέ­ρος οι Χρι­στια­νοί στο α­να­γκαίο εγ­χεί­ρη­μα α­να­γέν­νη­σης του λα­ού μας. Μπο­ρούν στα α­λή­θεια οι πι­στοί να α­ντι­με­τω­πί­ζουν τον πα­πά ό­πως α­ντι­με­τω­πί­ζουν έ­να δη­μο­τι­κό υ­πάλ­λη­λο, έ­ναν ε­φο­ρια­κό, έ­ναν α­στυ­νο­μι­κό ή έ­να δι­κα­στι­κό; Οι πι­στοί ας προ­βλη­μα­τι­στούν πά­νω στο ε­ρώ­τη­μα του Κίρ­κε­γκο­ρ: τι κά­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­κό στον Χρι­στια­νι­σμό, χί­λιοι κρα­τι­κοί υ­πάλ­λη­λοι που τον διώ­κουν ή ε­κα­τό κρα­τι­κοί υ­πάλ­λη­λοι που τον δια­δί­δου­ν;
Ένα μέ­ρος της α­ρι­στε­ράς ζη­τά­ει τό­σο τη δια­κο­πή της κρα­τι­κής χρη­μα­το­δό­τη­σης της Εκκλη­σίας ό­σο και τη χω­ρίς α­πο­ζη­μίω­ση δή­μευ­ση της πε­ριου­σίας της. Με άλ­λα λό­για, θέ­λει να ε­πι­φέ­ρει έ­να κα­θο­ρι­στι­κό δι­πλό πλήγ­μα ε­να­ντίον της Εκκλη­σίας· στην πο­λι­τι­κή κοι­νω­νία ό­σο και στην ι­διω­τι­κή. Αυ­τός ο α­ντι­κλη­ρι­κα­λι­σμός και α­ντι­χρι­στια­νι­σμός, ό­μως, α­πλώς στο­χεύει στην ί­δρυ­ση μιας άλ­λης α­ντα­γω­νι­στι­κής πο­λι­τι­κής κρα­τι­κής θρη­σκείας, σαν αυ­τές που κα­τέρ­ρευ­σαν πριν δύο δε­κα­ε­τίες στην Ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη και αλ­λού.
Η κρα­τι­κή ε­ξου­σία έ­χει πά­ντα έ­ναν οιο­νεί θρη­σκευ­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα και αυ­τό εί­ναι ι­διαί­τε­ρα ο­ρα­τό στο ο­λο­κλη­ρω­τι­κό κρά­τος, που μο­νο­πω­λεί τους πο­λι­τι­στι­κούς θε­σμούς και τους ι­δε­ο­λο­γι­κούς μη­χα­νι­σμούς και το ο­ποίο με τον τρό­πο του εί­ναι έ­να θρη­σκευ­τι­κό κρά­τος. Γι’ αυ­τό, ό­πως πο­λύ σω­στά έ­λε­γε ο Π.Κον­δύ­λης, το ο­λο­κλη­ρω­τι­κό κρά­τος εί­ναι υ­πο­χρεω­τι­κά α­θεϊστι­κό (θρη­σκεία δε ση­μαί­νει ο­πωσ­δή­πο­τε πί­στη στο Θεό ή σε θε­ούς, ο Βου­δι­σμός εί­ναι α­θεϊστι­κός). Η βίαιη ε­ξά­λει­ψη των θρη­σκευ­τι­κών θε­σμών α­πό την κρα­τι­κή κα­τα­στο­λή α­ναι­ρεί τον κο­σμι­κό χα­ρα­κτή­ρα του κρά­τους, α­κρι­βώς για­τί το κρά­τος εί­ναι που α­να­λαμ­βά­νει πλέ­ον τις λει­τουρ­γίες αυ­τών των θε­σμών.

Θρη­σκευ­τι­κοί θε­σμοί και κο­σμι­κό κρά­τος

Υφί­στα­ται πά­ντα μια σχέ­ση α­νά­με­σα στους (δη­μό­σιους) θρη­σκευ­τι­κούς θε­σμούς και το πο­λι­τι­κό «κο­σμι­κό» κρά­τος· κρά­τος και θρη­σκευ­τι­κοί θε­σμοί α­πο­τε­λούν τους ό­ρους μιας σχέ­σης που δο­μεί το δη­μό­σιο χώ­ρο. Εί­πα­με προ­η­γου­μέ­νως ό­τι η θρη­σκεία α­πο­τε­λεί μέ­ρος του πο­λι­τι­σμού και του τρό­που ε­πι­κοι­νω­νίας πά­νω στον ο­ποίο στη­ρί­ζε­ται η πο­λι­τεία. Το κρά­τος δεν μπο­ρεί πο­τέ να α­πο­τε­λέ­σει α­πλώς έ­να ου­δέ­τε­ρο ερ­γα­λείο για την ε­πι­τή­ρη­ση των συμ­βο­λαίων που συ­νά­πτο­νται α­νά­με­σα στα ι­διω­τι­κά συμ­φέ­ρο­ντα, ό­πως θα ή­θε­λε η φι­λε­λεύ­θε­ρη ου­το­πία· δεν μπο­ρεί πο­τέ να εκ­κο­σμι­κευ­τεί πλή­ρως α­κό­μα ό­ταν τη θέ­ση του Θε­ού παίρ­νει ο Λό­γος, η Φύ­ση, το Έθνος, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο που στις νεω­τε­ρι­κές κοι­νω­νίες η πο­λι­τι­κή κοι­νό­τη­τα έρ­χε­ται να προ­σφέ­ρει στο θνη­τό ά­το­μο την υ­πό­σχε­ση της α­θα­να­σίας (δια της συ­νέ­χειας της πό­λης, του έ­θνους, του λα­ού), μια πα­ρη­γο­ριά που πα­λαιό­τε­ρα προ­σέ­φε­ραν οι θρη­σκείες. Πά­ντως, η α­ντί­λη­ψη που κυ­ριαρ­χεί σή­με­ρα ως προς τη σχέ­ση των θρη­σκευ­τι­κών και γε­νι­κό­τε­ρα των πο­λι­τι­σμι­κών θε­σμών με το κρά­τος, εί­ναι η φι­λε­λεύ­θε­ρη και ό­χι η κρα­τι­κι­στι­κή (εί­τε εμ­φα­νί­ζε­ται η τε­λευ­ταία με τη μορ­φή του ορ­θό­δο­ξου χρι­στια­νι­κού κρά­τους εί­τε μ’ ε­κεί­νη της α­ντι­χρι­στια­νι­κής πο­λι­τι­κής θρη­σκείας).
Και ποια θα ή­ταν η θέ­ση των θρη­σκευ­τι­κών θε­σμών στο δη­μό­σιο χώ­ρο των ε­λεύ­θε­ρων πο­λι­τειών, οι ο­ποίες θα ε­μπνέ­ο­νταν α­πό την αρ­χή της ά­με­σης δη­μο­κρα­τίας; Στα ε­πα­να­στα­τι­κά κι­νή­μα­τα των τε­λευ­ταίων αιώ­νων δια­τυ­πώ­θη­καν πολ­λές και δια­φο­ρε­τι­κές α­πό­ψεις για τη θρη­σκεία: α­πό τα φλο­γε­ρά λό­για του Τό­μας Μί­ντσερ «οι άν­θρω­ποι θα α­πε­λευ­θε­ρω­θούν και μό­νο ο Θεός θα εί­ναι κύ­ριός τους», μέ­χρι το σύν­θη­μα «ού­τε Θεός, ού­τε α­φέ­ντης» των α­ναρ­χι­κών. Σή­με­ρα, σχε­δόν έ­ναν αιώ­να με­τά τη συ­ντρι­πτι­κή κρι­τι­κή του Πά­νε­κουκ (αλ­λά και του Γκράμ­σι) ε­να­ντίον του λε­νι­νι­στι­κού υ­λι­σμού, μας αρ­κεί έ­νας ρη­χός α­ντι­θρη­σκευ­τι­κός λό­γος και μά­λι­στα α­πό τη σκο­πιά της «Επι­στή­μης», της πιο κα­τα­πιε­στι­κής και δια­δε­δο­μέ­νης μορ­φής ψευ­δούς συ­νεί­δη­σης; Σή­με­ρα πρέ­πει να α­νοί­ξου­με ξα­νά τη συ­ζή­τη­ση, λαμ­βά­νο­ντας υ­πό­ψη μας το γε­γο­νός ό­τι η προ­φη­τεία του Νί­τσε έ­χει εκ­πλη­ρω­θεί και πως στον ευ­ρω­παϊκό κό­σμο, του­λά­χι­στον, «ο Θεός εί­ναι νε­κρός»· γι’ αυ­τό μέ­σα στο μη­δε­νι­στι­κό χει­μώ­να στον ο­ποίο ζού­με πρέ­πει να διε­ρω­τη­θού­με αν α­πο­τε­λούν α­κό­μη μια ε­πα­να­στα­τι­κή στά­ση ο α­ντι­κλη­ρι­κα­λι­σμός και ο μα­χη­τι­κός α­θεϊσμός.

Σύγ­χρο­νες διε­θνείς ε­μπει­ρίες

Στη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή οι Ζα­πα­τί­στας και το MST ή οι αυ­τόχ­θο­νες της Βο­λι­βίας, του Πε­ρού και του Ιση­με­ρι­νού, ρι­ζο­σπα­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις στην υ­πο­σα­χά­ρια Αφρι­κή, οι Ινδοί α­γρό­τες του BKU και του KRRS που έ­παι­ξαν πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο στα κι­νή­μα­τα ε­να­ντίον της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης συ­νερ­γά­ζο­νται στε­νά με ρι­ζο­σπά­στες κλη­ρι­κούς ή ε­μπνέ­ο­νται α­πό τις οι­κείες τους θρη­σκευ­τι­κές πα­ρα­δό­σεις, στις ο­ποίες δί­νουν νέα α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κά πε­ριε­χό­με­να. Ο α­ντι­κλη­ρι­κα­λι­σμός δεν α­πο­τε­λεί μέ­ρος των κο­ρυ­φαίων στιγ­μών της ι­στο­ρίας της ελ­λη­νι­κής α­ρι­στε­ράς· εί­ναι έ­να σχε­τι­κά πρό­σφα­το δά­νειο α­πό τη Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη και α­ντι­στοι­χεί σε ε­ντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κές ι­στο­ρι­κές ε­μπει­ρίες (θρη­σκευ­τι­κοί πό­λε­μοι, κυ­νή­γι των μα­γισ­σών, ο ρό­λος του κλή­ρου στη Γαλ­λι­κή Επα­νά­στα­ση και στον Ισπα­νι­κό εμ­φύ­λιο κ.τ.λ).
Σή­με­ρα η κάμ­ψη των κοι­νω­νι­κών α­ντι­στά­σεων και το έλ­λειμ­μα στη δη­μιουρ­γία δο­μών αλ­λη­λέγ­γυας και συ­νερ­γα­τι­κής οι­κο­νο­μίας δεν ε­ξη­γεί­ται με την αλ­λο­τριω­τι­κή ε­πιρ­ροή της θρη­σκείας, αλ­λά με την α­πο­σάρ­θρω­ση των κοι­νω­νι­κών δε­σμών, η ο­ποία κά­νει τους αν­θρώ­πους πα­θη­τι­κούς, πρό­θυ­μους να πά­ρουν στο κυ­νή­γι το πιο α­δύ­να­το και να ταυ­τι­στούν με τον εχ­θρό τους, με αυ­τό που πρέ­πει να φο­βού­νται. Και δεν πρέ­πει να α­γνοού­με τις φα­ντα­σια­κές-συμ­βο­λι­κές (δυ­νά­μει θρη­σκευ­τι­κές) δια­στά­σεις του εγ­χει­ρή­μα­τός μας να υ­φαν­θεί εκ νέ­ου ο κοι­νω­νι­κός ι­στός.

Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κές ε­πι­ση­μάν­σεις

Στο ά­με­σο μέλ­λον οι σχέ­σεις μας με τους αν­θρώ­πους της Εκκλη­σίας μπο­ρούν να εί­ναι συ­γκρου­σια­κές, αλ­λά ε­πί­σης και σχέ­σεις συ­νερ­γα­σίας. Πο­λε­μι­κές με ό­σους α­π’ αυ­τούς συ­στρα­τεύο­νται με το να­ζι­σμό, συ­να­γω­νι­στι­κές με ό­σους μά­χο­νται ε­να­ντίον του. Επί­σης, με­τα­ξύ πολ­λών άλ­λων, εν­δει­κτι­κά ας ε­πι­ση­μά­νου­με ό­τι:
• Δεν μας αρ­κεί η Εκκλη­σία να πά­ψει να ε­μπο­δί­ζει την α­νέ­γερ­ση λα­τρευ­τι­κών χώ­ρων για τους μου­σουλ­μά­νους. Πρέ­πει να μπει μπρο­στά και να α­να­λά­βει ε­νερ­γό ρό­λο στην υ­πε­ρά­σπι­ση των δι­καιω­μά­των τους, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων και των θρη­σκευ­τι­κών. Έτσι θα έ­δι­νε το έ­ναυ­σμα για μια γό­νι­μη δια­δι­κα­σία συ­να­ντή­σεων και α­νταλ­λα­γών με τους μου­σουλ­μά­νους με­τα­νά­στες, οι ο­ποίες θα μπο­ρού­σαν να δώ­σουν πο­λύ εν­δια­φέ­ρου­σες πο­λι­τι­σμι­κές συν­θέ­σεις, τα στοι­χεία για έ­να νέο λαό α­πό ντό­πιους και με­τα­νά­στες.
• Το ζη­τού­με­νό μας δεν εί­ναι οι υ­πο­δο­μές της Εκκλη­σίας να πε­ρά­σουν στο κρά­τος (και α­πό ε­κεί στο ΤΑΙ­ΠΕΔ και τους δα­νει­στές), αλ­λά να τε­θούν στη διά­θε­ση δο­μών συ­νερ­γα­τι­κής και αλ­λη­λέγ­γυας οι­κο­νο­μίας με τη συ­ναί­νε­ση και τη συ­νερ­γα­σία των κα­τά τό­πους ιε­ρω­μέ­νων, στη βά­ση σχέ­σεων ε­μπι­στο­σύ­νης που θα οι­κο­δο­μη­θούν σε κά­θε γει­το­νιά μέ­σα α­πό την προ­σπά­θεια για τη λαϊκή αυ­τοορ­γά­νω­ση με σκο­πό την αλ­λη­λεγ­γύη και την αλ­λη­λο­βοή­θεια.