Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Η Μάρτυρας του Χριστιανοσοσιαλισμού, Μαρία Σκόμπτσοβα



Η ιερή και ένδοξη σεβάσμια μάρτυρας Μαρία Σκόμπτσοβα υπήρξε καλόγρια και μάρτυρας στο Παρίσι στις αρχές του εικοστού αιώνα.Mother Maria
Ενθάρρυνε τη φιλοξενία και την αγάπη προς τον πλησίον συχνά με τον πιο ασυμβίβαστο των πιθανών τρόπων. Μαρτύρησε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ravensbrück και η μνήμη της εορτάζεται στις 20 Ιουλίου.
Γεννημένη σε μια ανώτερης τάξης οικογένεια το 1891 στη Λετονία, της δόθηκε το κοσμικό όνομα Ελιζαβέτα Πιλέκνο, αγκάλιασε την αθεϊα λόγω του θανάτου του πατέρα της στην εφηβική της ηλικία. Το 1906 η μητέρα της πήρε την οικογένεια στην Αγία Πετρούπολη, όπου ενεπλάκηκε με τους εκεί ριζοσπάστες διανοούμενους. Το 1910 παντρεύτηκε τον μπολσεβίκο Ντιμίτρι Κουζμίν – Καράβιεφ. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου της ζωής της ήταν ενεργή σε λογοτεχνικούς κύκλους και έγραψε πολλά ποιήματα. Το πρώτο της βιβλίο, Σκυθικές Σάρδεις, ήταν μια συλλογή ποιημάτων αυτής της περιόδου. Μέχρι το 1913 ο γάμος της με τον Ντιμίτρι είχε τελειώσει.
Εστίασε στην τελειότητα της ανθρώπινης φύσης του Ιησού -συγκλονισμένη από το βάρος της θυσίας του Κυρίου για την ανθρωπότητα- και μετακόμισε με την κόρη της Γκαϊάνα στα νότια της Ρωσίας, όπου η θρησκευτική ευλάβεια της αυξήθηκε. Το 1918 , μετά την Επανάσταση των Μπολσεβίκων , εξελέγη αναπληρωτής δήμαρχος της πόλης Ανάπα της Νότιας Ρωσίας. Όταν ο Λευκός Στρατός πήρε τον έλεγχο της Ανάπα, ο δήμαρχος έφυγε και έγινε δήμαρχος της πόλης. Ο Λευκός Στρατός την έσυρε σε δίκη για την φύλαξη Μπολσεβίκων στο σπίτι της. Ωστόσο, ο δικαστής ήταν ένας πρώην καθηγητής δικός της, ο Ντάνιελ Σκόμπτσοφ και χάρη σε αυτόν αθωώθηκε. Σύντομα οι δύο τους ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν. Λίγο πριν το θάνατο του Λένιν και την αλλαγή των πολιτικών πραγμάτων στη Ρωσία, όταν σκλήρυνε η ανεκτικότητα απέναντι στη θρησκεία, αναγκάζεται να ακολουθήσει το δρόμο των Ρώσων Εμιγκρέδων. Θα φύγει με τον άντρα της, την κόρη της και τη μητέρα της στη Γεωργία. Εκεί η Ελιζαβέτα θα γεννήσει το δεύτερο παιδί της, τον Γιούρι. Το 1922 θα βρεθεί στη Γιουγκοσλαβία όπου θα γεννήσει την κόρη της Αναστασία και τελικά το 1923 θα μετακομίσουν μόνιμα στο Παρίσι.
Στο Παρίσι η Ελιζαβέτα θα αφιερωθεί σε θεολογικές μελέτες και κοινωνική εργασία. Το 1926 η κόρη της Αναστασία πέθανε από γρίπη ενώ ηΓκαϊάνα εστάλη μακριά στο Βέλγιο σε οικοτροφείο. Συντομα κατέρρευσε και ο γάμος της ενώ ο Γιούρι κατέληξε με τον πατέρα του. Αυτό ώθησε την Ελιζαβέτα να εγκατασταθεί σύντομα στο κέντρο του Παρισιού να εργαστεί πιο άμεσα με όσους είχαν μεγαλύτερη ανάγκη εκεί.
Ο Επίσκοπος της την ενθάρρυνε να λάβει όρκους ως μοναχή, κάτι που έκανε μόνο με τη διαβεβαίωση ότι δεν θα πρέπει να ζήσει σε μοναστήρι, απομονωμένη από τον κόσμο. Το 1932, με την άδεια του (πρώην) άντρα της, της χορηγήθηκε ένα εκκλησιαστικό διαζύγιο και πήρε τους μοναστικούς όρκους. Εκεί κάρηκε μοναχή με το όνομα Μαρία ενώ ο πνευματικός της ήταν ο π. Σεργκέϊ Μπουλγκάκοφ, ο οποίος θα αντικατασταθεί λίγο αργότερα με τον π. Ντιμίτρι Κλεπίνιν. Η Μαρία σύντομα μετέτρεψε το νοικιασμένο σπίτι της στο Παρίσι σε “μοναστήρι”. Ήταν ένας τόπος με μια ανοιχτή πόρτα για τους πρόσφυγες, τους άπορους και τους μοναχικούς. Επίσης, σύντομα έγινε κέντρο πνευματικής και θεολογικής συζήτησης. Για την Μητέρα Μαρία τα δυο στοιχεία της υπηρέτησης των φτωχών και της θεολογίας ήταν αδιαχώριστα.
Όταν οι Ναζί κατέλαβαν το Παρίσι στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Εβραίοι πλησίασαν σύντομα το σπίτι ζητώντας πιστοποιητικά βάφτισης τα οποία ο π. Ντιμίτρι τους παρείχε. Πολλοί Εβραίοι ήρθαν να μείνουν μαζί τους. Η Μαρία τους πρόσφερε καταφύγιο και βοήθησε πολλούς να διαφύγουν. Τελικά στο σπίτι, η μητέρα της Σοφία, ο π. Ντιμίτρι και ο γιος της Γιούρι συνελήφθησαν από την Γκεστάπο. Ο π. Ντιμίτρι και ο Γιούρι πέθαναν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Ντόρα ενώ η Μαρία εστάλη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ravensbrück,  στη Γερμανία. Το Μεγάλο Σάββατο του 1945 η Μητέρα Μαρία μεταφέρθηκε στο θάλαμο αερίων και άρχισε την αιώνια ζωή της. Λέγεται ότι εθελοντικά πήρε τη θέση ενός άλλου που είχε επιλεγεί για να θανατωθεί.
Η μάρτυρας Μαρία Σκόμπτσοβα, δοξολογήθηκε  με πράξη της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 16 Ιανουαρίου 2004. Η εξύμνηση της Μητέρας Μαρίας, μαζί με τον π. Ντιμίτρι, τον Γιούρι και την Ίλια Φονταμίνσκυ πραγματοποιήθηκε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Αλέξανδρου Νιέβσκυ στο Παρίσι την 1η και 2η Μαΐου του 2004. Η ημέρα της γιορτής τους είναι η 20η Ιουλίου ενώ η Μητέρα Μαρία ως ημέρα γιορτής και την ημέρα της γέννησής της, στις 31 Μαρτίου.

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

«ΕΦΥΓΕ» Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΡΑΚΗΣ



«Έφυγε» στις 5 Αυγούστου 2013 σε ηλικία μόλις 53 χρονών ο Γιώργος Γεράκης, παλιό στέλεχος της ΧΣΚ και της ΕΧΟΝ και αγαπημένος φίλος.
Ο Γιώργος γεννήθηκε το 1960 στο αγαπημένο του χωριό, στη Μεσορόπη του Παγγαίου, όπου έγινε και η ταφή του. Παιδί λαϊκής οικογένειας, πέρασε το 1978 στο τμήμα Μηχανολόγων μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Α.Π.Θ. Εκεί δραστηριοποιήθηκε στη ΧΣΚ που είχε ιδρύσει ο αδ. Γιάννης Τσιάφης, καθηγητής σήμερα της Πολυτεχνικής Σχολής. Ο Γιώργος δημιούργησε ένα μεγάλο πυρήνα μελών και φίλων της ΧΣΚ με αποτέλεσμα να εκλέγεται για αρκετά χρόνια εκπρόσωπός της στο ΔΣ του Συλλόγου φοιτητών. Παράλληλα γνώρισε το Νίκο Ψαρουδάκη, μελέτησε τα βιβλία του και εντάχθηκε στην ΕΧΟΝ και τη Χριστιανική Δημοκρατία. Εργάστηκε ως καθηγητής στην τεχνική εκπαίδευση, ασχολήθηκε με το συνδικαλισμό των εκπαιδευτικών και έγινε πρόεδρος στην Ε’ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης. Αργότερα διαφώνησε με την τακτική των συνδικαλιστών και αποστασιοποιήθηκε. Ο Γιώργος ασχολούνταν επίσης με τη λογοτεχνία. έγραψε ένα μυθιστόρημα και μια συλλογή με διηγήματα. Παντρεύτηκε την επίσης εκπαιδευτικό Κυριακή Κόντη και απόκτησαν δύο γιούς, ο ένας τελειόφοιτος της Μουσικολογίας και ο άλλος μαθητής λυκείου.
Από τη δεκαετία του ’90 ο Γιώργος Γεράκης άρχισε να πιστεύει ότι η αυτόνομη παρουσία των Χριστιανοσοσιαλιστών στην πολιτική σκηνή είναι αναποτελεσματική. Έτσι εντάχθηκε στο ΠΑΣΟΚ και συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον σημερινό πρόεδρό του. Ο ορθολογισμός και η αναλυτική σκέψη του συνετέλεσαν να ανέβει γρήγορα τα κομματικά κλιμάκια και να πάρει τη θέση του Γραμματέα της Περιφερειακής Οργάνωσης Κεντρικής Μακεδονίας. Το 2010 ο Γιώργος εκλέχτηκε, από τους πρώτους σε σταυρούς προτίμησης, Δημοτικός Σύμβουλος με τον Γιάννη Μπουτάρη.
Ανεξάρτητα από τις τυχόν διαφωνίες που μπορεί να έχει ο καθένας με τις  πολιτικές επιλογές του Γιώργου Γεράκη, ένα είναι σίγουρο. Ότι οι επιλογές αυτές έγιναν με ανιδιοτέλεια και δεν του απέφεραν κανένα προσωπικό αξίωμα. Ούτε στον επαγγελματικό του χώρο, αυτό της δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ούτε σε κανέναν κρατικό οργανισμό αλλά ούτε και στο Δήμο Θεσσαλονίκης, διεκδίκησε κάποια θέση που θα μπορούσε να πάρει με τη διπλή ιδιότητα του εκπαιδευτικού και του μηχανικού. Αντίθετα εκτιμούσε πάντα τους ανθρώπους που εξέφραζαν με παρρησία τις απόψεις και τις διαφωνίες τους και τους τιμούσε με τη φιλία του. Παράλληλα διατηρούσε πάντα ανέπαφη την ουσιαστική σχέση του με την Εκκλησία.
Τον τελευταίο χρόνο ο Γιώργος έδινε την πιο δύσκολη μάχη, αυτήν για την υγεία του. Η απουσία του σίγουρα θα στοιχίσει στους φίλους του αλλά πάνω απ’ όλα στην οικογένειά του. Καλό παράδεισο, Γιώργο.

                                                                Α.Ν., απ’ την παλιά ΧΣΚ Πολυτεχνικής




Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

π.Δημητρίου Θεοφίλου:Θρησκευτικό άλλοθι, διαμέσου της ορκωμοσίας, στον κομματικό Frankenstein;




Η μετάλλαξη της κομματικής πολιτικής και η «ορκωμοσία» της, από την συστημική θρησκευτική αποτελμάτωση




Όλα γύρω μας τρίζουν, έτοιμα για κατάρρευση, η κοινωνία μας θυμίζει τις τελευταίες μέρες της Πομπηίας πριν την ολοκληρωτική καταστροφή. Ο δαίμονας (με την αρχαιοελληνική έννοια) της εξουσίας, μεταμορφώνει, χρησιμοποιώντας το ραβδί της Κίρκης, όσους διακατέχονται από τη λαγνεία  της «αρχής» σε ασυνείδητα ανθρωποειδή. Η πολιτική από κοινωνική προσφορά, μετατρέπεται σε «ικρίωμα» και «λαιμητόμο» για το λαό, τον δυστυχισμένο, τον αγράμματο και πολλάκις προδομένο, ένα λαό που σφαδάζει στις χαρτόκουτες και στα συσσίτια, που αυτοκτονεί απελπισμένος και ανέλπιδος, όταν κάποιοι αυτοϊκανοποιούνται ή κρύβονται πίσω  από τα φιλανθρωπικά και προνοιακά τους επιτεύγματα. Η δημοκρατία καταλύεται, πεθαίνει  και καταργείται, ανοίγοντας διάπλατα τις πύλες της κοινωνίας, στο σκοτάδι του φασισμού – ναζισμού, σε ένα άνευ προηγουμένου, ιστορικό πισωγύρισμα ζόφου και ολέθρου, με κανιβαλιστικά χαρακτηριστικά.
Η τοξική αυτή μετάλλαξη της αστικής δημοκρατίας, στη χώρα μας, σε εκδοχή Frankenstein, με κατεξοχήν παράδειγμα, την συνεργασία των δύο αστικών αντίπαλων κομμάτων των τελευταίων 40 ετών, σε μια «αγαστή» συνύπαρξη προς το θάνατο και τη καταστροφή, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση νεποτισμού και εξουσιολαγνείας στα όρια του αμοραλισμού και του ενδοτισμού.
 Από την άλλη πλευρά αντίσταση, αντίδραση, ξεσηκωμός κανένας, ο λαός κουράρεται στην «εντατική διασωληνωμένος», πλήρως εκμαυλισμένος και αφιονισμένος. Η αριστερά στην Ελλάδα, έχει τελειώσει εδώ και καιρό, ο λόγος της κάλπικος και αφερέγγυος, απλά κάποια συστημικά ρετάλια κάποιες στιγμές, κάτι πάνε να πουν κάτι να κάνουν, αλλά πολύ σύντομα επιστέφουν στις αυτάρεσκες «φωλιές» τους γιατί οι καιροί είναι δύσκολοι για ήρωες, αληθινούς επαναστάτες και κοινωνικούς αναμορφωτές, είναι τόσο ιστορικά αναξιόπιστοι, που δεν μπορούν πλέον να πείσουν κανέναν.
Με αυτά και με τ’ άλλα, φτάνουμε στην «ευθύνη» της πνευματικής ηγεσίας σε τούτο το δύσμοιρο τόπο, που κάποιοι κάποτε ικανοποιώντας το φαντασιακό τους, τον ονόμαζαν τόπο ηρώων και αγίων, δυστυχώς όμως στο όνομα της αλήθειας είναι τόπος προδοτών και λαμογίων, αφού ποτέ ενδοϊστορικά οι εξαιρέσεις δεν καθόριζαν τους κανόνες, απλά τους προσδιόριζαν. 
Αλήθεια…. Που είναι κρυμμένοι, οι ακαδημαϊκοί, οι πανεπιστημιακοί (όσοι από δαύτους δεν μεταλλάσσονται από φορείς πνεύματος σε νεκροφόρες πολιτικής σήψης και αποσύνθεσης συναλλασσόμενοι με το σύστημα), που είναι οι διανοητές, οι άνθρωποι του πνεύματος, αναφέρομαι σε πλειοψηφίες και όχι σε ατομικές εξαιρέσεις. 
Η συστημική θρησκευτική αποτελματωμένη πραγματικότητα του τόπου μας, έχει δώσει διαχρονικά, αδρά δείγματα γραφής, προσκυνήματος στην εξουσία του κόσμου τούτου. Έχει επιλέξει να «συνεξουσιάζεται» και μοιραία να μοιράζεται στη συνέχεια, την απαξίωση και την αθλιότητα του πολιτικού – κομματικού  συστήματος.  
Οι ευκαιρίες, να μείνει στην ιστορία, και στη συνείδηση του λαού  η μνήμη και η παρουσία της,  ανεξίτηλη  και αλέκιαστη είναι λίγες, μια από αυτές θα ήταν η σημερινή, πιο συγκεκριμένα, αν!!! υπήρχε μια συνεπής προς τις ευαγγελικές προτροπές «εκκλησία», που θα τολμούσε  να αρνηθεί να παράσχει το μανδύα του άλλοθι, διαμέσου της ορκωμοσίας, σε αυτό τον κομματικό Frankenstein από παράταιρα μέλη,  σε μια χοντροκομμένη συρραφή, η οποία θα τολμούσε να σταθεί απέναντι από τους δήμιους της ζωής και της ελπίδας, μαζί με το ματωμένο, προδομένο και βασανισμένο  λαό. Αλλά δυστυχώς οι μεγάλες αποφάσεις και τα μεγάλα ΟΧΙ προϋποθέτουν και σημαντικές προσωπικότητες, φορείς αντίστασης και αντι-συστημισμού, οι οποίες στην εποχή μας είναι προς αναζήτηση….


amen.gr

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

ΑΝΔΡΕΑ ΒΙΤΟΥΛΑ: Σὲ ποιὰ πράγματα ἀντηχοῦν οἱ λέξεις;περὶ ἀναρχίας καὶ συναφῶν μικροαστικῶν φαντασμάτων



ΟΔΟΣ


«ἐλευθερία σημαίνει
ὅτι μαθαίνεις νὰ ἔχεις ἀπαιτήσεις μόνο ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου,
ὄχι ἀπὸ τὴ ζωὴ ἢ ἀπὸ τοὺς ἄλλους
καὶ ξέρεις νὰ δίνεις:
ἐλευθερία σημαίνει θυσία ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης»
Ἀντρέι Ταρκόφσκι


Δὲν ἦταν λίγες οἱ φορὲς στὴν ἱστορία ποὺ λέξεις φορτισμένες πυροδότησαν διαμάχες, ἰδεολογικοὺς φανατισμούς, συγκρούσεις ἀκόμη καὶ πόλεμο. Ἡ ἀλήθεια ὅμως φανερώνεται στὰ πράγματα, ποὺ κοινοποιοῦν κάθε φορὰ οἱ λέξεις, καὶ ὄχι στὸν χρησιμοποιούμενο γλωσσικὸ κώδικα. Αὐτὸ ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης τὸν 14ο αιώνα, στὸ τέλος μίας σοβαρῆς θεολογικῆς καὶ φιλοσοφικῆς ἀντιπαράθεσης, ἔγραφε συνοψίζοντας: «οὐ γὰρ ἐν ρήμασιν ἡμῖν, ἀλλ’ ἐν πράγμασιν ἡ ἀλήθειά τε καὶ ἡ εὐσέβεια […] κἂν τὶς ἐπὶ τῶν πραγμάτων ὁμοφωνῇ, πρὸς τὰς λέξεις οὐ διαφέρομαι». Τὸ κύριο λοιπὸν εἶναι νὰ διερευνηθεῖ σὲ ποιὰ πράγματα, σὲ ποιὸν τρόπο ζωῆς, παραπέμπουν οἱ λέξεις. Λίγη σημασία ἔχει ἡ ἐπιλογὴ τῆς διατύπωσης, ὅταν ἡ ποικιλία τῆς προφορικῆς ἢ γραπτῆς ἐκφορᾶς σημαίνει τὸ αὑτὸ σημαινόμενο.

Ἡ σύγχυση ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν ἐμμονὴ στὸν ἀχὸ τῶν λέξεων, χωρὶς νὰ λαμπικάρεται τὸ νοούμενο, περιπλέκει ἀδιέξοδα τὰ πράγματα.Γεννᾶ ἀνούσιες ἀντιπαραθέσεις, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ συσκοτίζονται τὰ ἴδια τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν σκόνη ποὺ παράγουν τὰ ποδοβολητὰ στὴν ἐπιφάνειά τους. Κλασικὸ πιὰ παράδειγμα τῶν ἡμερῶν οἱ δημόσιες συζητήσεις περὶ τῆς ἀναρχίας. Συνθήματα, κοινοτοπίες καὶ ἀφορισμοὶ ἀποστέλλονται ἑκατέρωθεν, ὥστε ἡ ὄντως ἐνδιαφέρουσα συζήτηση, γιὰ κάτι ποὺ ἔχει περιβληθεῖ τὴν θρησκευτικὴ ἱερότητα τοῦ ταμποῦ καὶ ἐμποδίζει τὴν κριτική του προσπέλαση, νὰ μὴν γίνεται ποτέ. Τὸ χειρότερο δὲ εἶναι ὅτι στὸ ὑπόβαθρο τῶν περισσότερων καταγγελιῶν ἐναντίων τῆς «ἐπάρατης» ἀναρχίας λιμνάζει μία ἀποκρουστικὴ χριστιανίζουσα ἠθική, ποὺ φανερώνει ὅτι οἱ αὐτοεπονομαζόμενοι χριστιανοὶ ἀπέχουμε ἀπὸ «τοῦ Θεοῦ τὰ πράματα» ἔτη φωτός.

Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ δαιμονοποίηση λέξεων, στὴ συγκεκριμένη περίπτωση ἡ «ἀναρχία», ἡ ὁποία ἀποκαλύπτει μὲ τὸν πιὸ τραγικὸ τρόπο τὴν ὑπαναχώρηση τοῦ ριζοσπαστικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους σὲ μιὰ καρικατούρα ἠθικιστικῆς ἀστικῆς νομιμοφροσύνης. Μία περιδιάβαση ὅμως στὴν ἱστορία καὶ τὸ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας παρουσιάζει μία ἐντελῶς διαφορετικὴἀντίληψη τῶν πραγμάτων.

Ἡ βιβλικὴ ἐπιστήμη σήμερα γνωρίζει ὅτι στὶς ἀρχαιότερες παραδόσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης συγκαταλέγονται ἐκεῖνες ποὺ ἀναγνωρίζουν τὸν Θεὸ ὡς ἐλευθερωτὴ τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τὴ σκληρὴ σκλαβιὰ τῶν Αἰγυπτίων. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ προέχει ἡ ἀνίχνευση τῆς ἀπελευθερωτικῆς παρουσίας Του στὴν ἱστορία. Ὁ Θεὸς λοιπὸν αὐτοαποκαλύπτεται καὶ ἀναγνωρίζεται ὡς ἐλευθερωτής: «ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, ὅστις ἐξήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας». Ὁ Θεὸς φανερώνεται στὴν ἱστορία γιὰ νὰ ἐλευθερώσει. Ἡ θεολογικὴ ἐπεξεργασία τοῦ δημιουργικοῦ Του ἔργου ἕπεται τῆς ἀπελευθερωτικῆς Του παρέμβασης.

Στὰ παραγνωρισμένα στοιχεῖα τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραὴλ ἀνήκει καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι μετὰ τὴν ἐγκατάσταση στὴν πολυπόθητη Χαναάν, ἀπουσιάζει ὁποιαδήποτε ἀναφορὰ σχετικὰ μὲ τὸν τρόπο διοίκησης τῶν δώδεκα φυλῶν. Ἐνῶ τὸν Μωυσῆ διαδέχεται καθ’ ὑπόδειξιν του ο Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, ὁ τελευταῖος μετὰ τὸν θάνατό του δὲν ὑποδεικνύει κανέναν ἀντικαταστάτη.Ὅταν οἱ γύρω λαοὶ κυβερνῶνται ἀπὸ μνημονευόμενους στὴν Παλαιὰ Διαθήκη βασιλεῖς, οἱ δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραὴλ ὁμοσπονδιοποιημένες μὲ ἕνα εἶδος ἀμφικτιονίας, γνωρίζουν τὶς τρομερὲς δυσκολίες τῆς αὐτοκυβέρνησης. Ἀπὸ τὶς περιπέτειες αὐτὲς γλιτώνουν μὲ τὴν ἔκτακτη ἀνάδειξη τῶν λεγόμενων Κριτῶν. Ἡ ἐξουσία τῶν Κριτῶν εἶναι ἔκτακτη, ἀποκλειστικὰ προσωπική, δηλαδὴ δὲν ἔχει κληρονομικὰ χαρακτηριστικά, καὶ λήγει ἀμέσως μόλις διεκπεραιωθεῖ ἡ σημαντικὴ ἀποστολὴ γιὰ τὴν ὁποία καὶ μόνο ἔχουν ἀναδειχθεῖ. Μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς, οἱ Κριτὲς ἐπιστρέφουν στὴν ἰδιωτική τους ζωή. Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο κλείνει τὸ βιβλίο τῶν Κριτῶν ἀποδεικνύοντας ἴσως τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ ἀρχαιότερου τύπου ἀναρχίας: «ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ἐκείναις οὐκ ἦν βασιλεὺς ἐν Ἰσραήλ· ἀνὴρ τὸ εὐθὲς ἐνώπιον αὐτοῦ ἐποίει». Ἡ διατύπωση αὐτὴ μᾶλλον δὲν ἀφήνει ἀσυγκίνητο ὅποιον ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ ἐπαναστατικὸ ὅραμα τῆς αὐτοθέσμισης ἢ τουλάχιστον ἐνδιαφέρεται νὰ γνωρίσει τὶς ἄγνωστες ἱστορικές του καταβολές.



Στὰ χρόνια τοῦ τελευταίου Κριτῆ Σαμουὴλ ὅμως ἡ βαθμιαία συντηρητικοποίηση τοῦ Ἰσραήλ, ἐξαιτίας τοῦ πνευματικοῦ ἀλληθωρίσματος πρὸς τοὺς γειτονικοὺς βασιλευόμενους λαούς, φθάνει στὸ σημεῖο νὰ ἀπαιτήσει ὁ λαὸς βασιλιά. Εἶναι ἄξια λόγου, στὸ κομβικὸ αὐτὸ σημεῖο τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραήλ, ἡ προσπάθεια ποὺ καταβάλλει ἀνεπιτυχῶς ὁ Σαμουήλ, ὥστε νὰ πείσει τοὺς Ἰσραηλίτες νὰ ἀλλάξουν γνώμη. Περιγράφει μὲ τὰ μελανότερα χρώματα τοὺς κινδύνους καὶ τὶς συμφορὲς ποὺ θὰ πλήξουν τὸν λαὸ λόγῳ τῆς ἐπιθυμίας του νὰ κυβερνηθεῖ ἀπὸ βασιλιά.

Ἔχει ἰδιαίτερη σημασία νὰ σχολιασθεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ δεύτερος βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ συνέδεσε τὸ ὄνομά του μὲ τὶς λαμπρότερες σελίδες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ Δαβίδ, δὲν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν ἀντίληψη ποὺ θέλει τὸ κλέος καὶ οἱ ἐπιτυχίες τοῦ λαοῦ νὰ ἀποδίδονται στὴν ὀρθὴ τοποθέτησή του ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι στὰ κατορθώματά του. Στὸ πλαίσιο αὐτό, ὑμνώντας ὁ προφητάναξ Δαβίδ τὸν Θεό, συμβουλεύει, ὄντας ὁ ἴδιος στὸ ὕπατο ἀξίωμα: «ἀγαθὸν πεποιθέναι ἐπὶ Κύριον ἢ πεποιθέναι ἐπ’ ἄνθρωπον» καὶ ἀκόμη «μὴ πεποίθατε ἐπ’ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία». Στὶς ἐπισημάνσεις αὐτὲς βέβαια μόνο μιὰ ἐπιπόλαιη ἀνάγνωση θὰ ἀναγνώριζε τὴ θεμελίωση τῆς θεοκρατίας. Ὄχι μόνο λόγῳ τοῦ γεγονότος ὅτι αὐτὲς πρέπει νὰ διαβάζονται στὴ συνάφεια τῆς προηγηθείσης παράδοσης ποὺ ἀπαγορεύει κάτι τέτοιο. Ἀλλὰ διότι αὐτὲς ἁπλῶς ὑπενθυμίζουν τὸ αὐτονόητο: ὅτι κάθε θεσμὸς ποὺ σαρκώνεται ἄνευ τῆς ἐμπειρίας τῆς ἀπελευθερωτικῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, εἶναι καταδικασμένος νὰ ἀποστεωθεῖ σὲ ἐξουσιαστικὸ εἴδωλο χειρότερο κάθε εἰδωλολατρίας. Ἡ συνεχὴς ἐγρήγορση τῶν πολιτῶν νὰ συντονίζονται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ τὸ ἅλας, ποὺ ἐμποδίζει τὴ σήψη τῆς ἀντικειμενοποίησης σὲ κάθε εἴδους σχέση, τῆς πολιτικῆς διαχείρισης συμπεριλαμβανομένης. 

Ἡ διατηρήση λοιπὸν τῆς ζωντανῆς, δυναμικῆς σχέσης μὲ τὸν Θεὸ στὴν προσωπικὴ καὶ συλλογικὴ ἱστορία ἀπειλεῖται περισσότερο ἀπὸ τὴν τυπολατρία παρὰ ἀπὸ τὶς συχνὲς εἰδωλολατρικὲς παρεκκλίσεις. Διότι μὲ τὴν πρώτη εἰσβάλλει ἡ ψευδαίσθηση τῆς εὐσέβειας, ἡ ὁποία ἀποξηραίνει καὶ νεκρώνει τὴν ἀληθινὴ ζωή. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ ὁλοφάνερα ἀποτελέσματα τῆς ἀπροκάλυπτης ἀποστασίας ἐκ τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα τουλάχιστον δὲν ἐπιτρέπουν χῶρο γιὰ ἠθικὴ καύχηση. 

Στὶς συνθῆκες λοιπὸν τῆς πνευματικῆς σκλήρυνσης, ποὺ παράγουν μέχρι σήμερα πολιτικὴ ἀποτελμάτωση, ἐμφανίζονται οἱ Προφῆτες. Ἀποκλειστικὸ ἔργο τους εἶναι ἡ ἀφύπνιση τοῦ κοιμώμενου λαοῦ καὶ ὄχι ἡ θρησκευτικὴ μελλοντολογία, ὅπως κακῶς θεωρεῖται. Χαρακτηριστικὸ τῶν περισσότερων Προφητῶν εἶναι ἡ καταγγελία τῆς ἐκμετάλλευσης ἢ παραμέλησης τῶν πτωχῶν ὡς ἔνδειξης πνευματικῆς ἀποστέωσης. Ὅμως ἡ σύγκρουση μὲ τὴν θρησκευτικὴ καὶ βασιλικὴ ἐξουσία ἀποτελεῖ τὴν πεμπτουσία τοῦ κηρύγματός τους. «Ἀκοῦστε τα αὐτὰ ἐσεῖς ἱερεῖς! Ἐσεῖς οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ Ἰσραὴλ προσέξτε! Ἀκοῦστε τα κι ἐσεῖς ποὺ ἀνήκετε στὴ βασιλικὴ οἰκογένεια!» φωνάζει ὁ Ἀμώς, ἐνῶ ὁ Μιχαίας διώκεται διότι στηλιτεύει ἄρχοντες, πλούσιους, δικαστὲς καὶ ἱερεῖς. Ὁ Ἡσαΐας μεταφέρει τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ «οὐαὶ τοῖς ἰσχύουσιν ἐν Ἱερουσαλήμ» καὶ ὁ Ἱερεμίας δὲν διστάζει νὰ ἀποκαλύψει ὅτι «οἱ προφῆται προφητεύουσιν ἄδικα καὶ οἱ ἱερεῖς ἐπεκρότησαν». Ὁ Ἰεζεκιὴλ γνωστοποιεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ ἀναλάβει ὁ Ἴδιος τὴ διακυβέρνηση τοῦ λαοῦ, καθὼς οἱ ποιμένες του κυβερνοῦν μὲ βία καὶ σκληρότητα. Ὁ Ὡσηὲ θεωρεῖ ὡς αἰτία τῆς ἀπώλειας τοῦ Ἰσραὴλ ἱερεῖς, βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες «ὅτι πνεῦμα (πνευματικῆς) πορνείας ἐν αὐτοῖς ἐστι». Ὁ Ἀββακοὺμ ἀναπέμπει λόγους ἀπειλητικοὺς ἐναντίον ἐκείνων ποὺ συγκεντρώνουν περιουσία καὶ ἄνομο κέρδος. Ὁ Σοφονίας διαπιστώνει ὅτι «οἱ ἄρχοντες αὐτῆς (τῆς Ἱερουσαλὴμ) ἐν αὐτῇ ὡς λέοντες ὠρυόμενοι· οἱ κριταὶ αὐτῆς ὡς λύκοι τῆς Ἀραβίας […] οἱ προφῆται αὐτῆς […] ἄνδρες καταφρονηταί· ἱερεῖς αὐτῆς βεβηλοῦσι τὰ ἅγια καὶ ἀσεβοῦσι νόμον». Εἶναι ἀνάγκη νὰ σημειωθεῖ ὅμως ὅτι τὸ ριζοσπαστικὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν δὲν στρέφεται κατὰ τῶν ἴδιων τῶν θεσμῶν ἐξουσίας. Στηλιτεύει τὴν κατάχρηση. Πρωτίστως ὅμως ἀποδοκιμάζει τὴν ἀντίληψη ὅτι οἱ θεσμοὶ εἶναι ἀπὸ μόνοι τους ἱκανοὶ καὶ αὐτάρκεις, ὥστε νὰ ἐπιλύουν τὰ προβλήματα τοῦ λαοῦ, ὅταν αὐτὸς ἀποστασιοποιεῖται ἀπὸ τὸ νόημα ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ θεσμοὶ πρέπει νὰ περιέχουν. Αὐτὸ δὲ ἀντλεῖται πάντοτε ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ-ἀπελευθερωτή του.




Ὅταν ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ σαρκώνεται στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ ἐγκαινιάζει τὴν Καινὴ Διαθήκη Του μὲ τοὺς ἀνθρώπους, δὲν ἄφησε ἀσχολίαστο τὸ ζήτημα τῆς ἐξουσίας. Ὁ τρίτος ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς πειρασμούς Του στὴν ἔρημο ἀφοροῦσε ἀκριβῶς σὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ὁ σατανᾶς τοῦ προτείνει τρεῖς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους τὸ σωτηριῶδες ἔργο Του θὰ μποροῦσε νὰ φαλκιδευθεῖ ἀρκούντως, ὥστε ἀντὶ τῆς ζωῆς ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο, νὰ προσφερθεῖ στὸν κόσμο μία ἀκόμη θρησκεία. Ἡ τρίτη πρόταση τοῦ ἀρχέκακου διαβολέα χαρίζει στὸν Χριστὸ τὴν ἐξουσία ὅλου τοῦ κόσμου, ἂν Αὐτὸς τὸν προσκυνήσει. Καὶ μόνο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐξουσία ὑπονοεῖται ὡς δώρημα τοῦ σατανᾶ καθιστᾶ περιττὸ κάθε περαιτέρω σχολιασμό. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ διευκρινιστεῖ ὁ λόγος τῆς ταύτισης ἐξουσίας-κακοῦ. Διότι ἀλλιῶς θὰ περιπέσουμε στὴν ἀ-νόητη δαιμονοποίηση τῆς ἐξουσίας. Ἡ ἐξουσία λοιπὸν ἀπορρίπτεται γιατὶ εἶναι παντελῶς ἄσχετη μὲ τὴ θυσία. Ἡ ἐπιβολὴ τῆς ἰσχύος, μὲ τὴν ὁποία εἶναι περιβεβλημένη κάθε ἐξουσία, στραγγαλίζει ὄχι μίαἐξωτερικὴ ἐλευθερία ἐπιλογῆς ἁπλῶς ἀλλὰ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς κατεξοχὴν ἐλευθερίας νὰ θυσιάζομαι γιὰ τὸν ἄλλο. Καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου «οὐκ ἦλθεν διακονηθῆναι ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν». Εἶναι γνωστὸ ἄλλωστε, σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ σὲ σχετικὸ ἐρώτημα τῶν μαθητῶν Του, ὅτι «οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. Οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ’ ὃς ἐὰν θέλῃ ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος ἔσται ὑμῶν δοῦλος». Ἡ ὄντως ἐλευθερία συνεπῶς, ποὺ βρίσκεται στοὺς ἀντίποδες τῆς ἐξουσίας, εἶναι δουλεία στὴν ἀγάπη. Ἡ σωτηριώδης αὐτὴ ἀντίφαση δὲν ἀποτελεῖ λογοπαίγνιο ἀλλὰ ρεαλιστικὴ ἀποτίμηση τῆς ἀποτυχίας τοῦ κόσμου καὶ τῶν θεσμῶν του. Γιατὶ ὁ κόσμος πλάστηκε ἀπὸ καὶ γιὰ τὴν ἀν-αρχία (ἀρχὴ = ἐξουσία) τοῦ ἔρωτα, προοπτικὴ ἡ ὁποία στενάζει ὑπὸ τὴ στένωση ποὺ ἐπιβάλλει ὁ ἐξουσιαστικὸς ἰὸς τῆς φιλαυτίας.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ἄμεση καταδίκη τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἠθικῆς της ὁ Χριστὸς τὴν γελοιοποιεῖ καὶ τὴν ἀπαξιώνει μὲ περισσῆ εἰρωνεία. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ πληρώσει καθιερωμένο φόρο, ρωτᾶ τὸν Πέτρο σχετικὰ μὲ τὸ ποιὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώνει φόρους στοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς. Ἀπὸ τὴν ἀπάντηση τοῦ Πέτρου ὁ Χριστὸς συμπεραίνει ὅτι ἡ ὑποχρέωση τοῦ φόρου βαρύνει τοὺς μὴ ἐλεύθερους. Γιὰ νὰ μὴν σκανδαλίσουν ὅμως προβαίνει σὲ μία πράξη ἐντελῶς παράδοξη, ὅσο καὶ ἡ ἀνάγκη τῶν ἐλεύθερων νὰ ἀνταποκρίνονται στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ κράτους: βρίσκει τὸ ἀπαιτούμενο ποσὸ στὴν κοιλιὰ τοῦ ψαριοῦ ποὺ ψάρεψε ὁ Πέτρος κατ’ ἐντολήν Του γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτό! Περαιτέρω σχόλια ἴσως περιττεύουν γιὰ νὰ διευκρινίσουν τὸν ὠμὸ σαρκασμὸ πρὸς τοὺς κρατικοὺς θεσμούς.

Στὴν «κρίσιμη» στιγμὴ τῆς παρουσίας Του ἔναντι τοῦ Πιλάτου, πιεσμένος ὁ Ρωμαῖος διοικητὴς ἀπὸ τὴν καταφανέστατη ἀθωότητά Του, σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς φωνασκίες τοῦ ὄχλου, Τὸν φέρνει ἀντιμέτωπο μὲ τὴν δύναμη τῆς ἐξουσίας ποὺ κατέχει πάνω στὴ ζωή Του. Λαμβάνει ὅμως τὴν ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση ὅτι «οὐκ εἶχες ἐξουσίαν κατ’ ἐμοῦ οὐδεμίαν εἰ μὴ ἦν δεδομένον σοι ἄνωθεν». Ἡ ἐξουσία ἐπετράπη μήπως καὶ ἡ ἀποκρουστική της ἐφαρμογὴ συνεφέρει ἄρχοντες καὶ ὑπηκόους ὑποχρεώνοντάς τους ἔτσι νὰ ἀναζητήσουν ἄλλον τρόπο θέσμισης τῶν πραγμάτων τοῦ βίου τους, πέραν τῆς ἐξημερωτικῆς τοῦ ὄχλου ἀτομικῆς πολιτικῆς ἀνάθεσης. Διότι αὐτὴ ἡ ἐπιλογὴ ἐθίζει στὴν ἰδιοτελῆ συνδιαλλαγὴ καὶ τὸ χειρότερο, ἀντικαθιστᾶ τὴν εὐθύνη τῆς ἀγάπης μὲ τὸν ἀνέξοδο αὐτοματισμὸ τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἐπιβολῆς.

Ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ αὐτὴ ἀναδρομὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπουσιάσει τὸ χιλιοταλαιπωρημένο βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης τοῦ Ἰωάννου. Ἡ μυωπικὴ προσπέλασή του ἀπὸ τυχάρπαστους ἐμπόρους τοῦ φόβου παραγνωρίζει τὸ κεφαλαιῶδες ζήτημα, τὸ ὁποῖο παρεπιπτόντως ἀποτελεῖ καὶ τὴν αἰτία τῆς συγγραφῆς του. Αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ποιητικὴ-κωδικοποιημένη καταγγελία, γιὰ λόγους «συνομωτικοὺς», τῶν ἀπεχθέστατων ἐξουσιαστικῶν δομῶν τῆς καταρρέουσας καὶ γι’ αὐτὸ ἐξόχως ἀπάνθρωπης ρωμαϊκῆς ἐξουσίας. Ἡ ἐπίσημη κρατικὴ ἰδεολογία τοῦ ρωμαϊκοῦ imperium στὰ τέλη τοῦ πρώτου μ.Χ. αἰώνα, ὁπότε καὶ γράφεται ἡ Ἀποκάλυψη ἀπὸ τὸν ἐξόριστο εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, περιβάλλεται μὲ θρησκευτικὸ μανδύα. Ἡ πλέον ἀηδὴς καὶ ἀήθης ἐκδοχὴ τῆς ἐξουσίας ἀνακηρύσσει τὸν αὐτοκράτορα θεό. Μέσῳ τῆς ἀπαίτησης νὰ λατρεύεται ὁ Ρωμαῖος κοσμοκράτορας ἐπιχειρεῖται ἡ παγκόσμια κυριαρχία, ποὺ ὅμοιά της ἀναγνωρίζεται μόνο στὶς ὀργουελιανὲς περιγραφές. Ἐξ αὐτῆς τῆς φρικτῆς ἀλαζονείας τῆς ἐξουσίας προκαλοῦνται τὰ δεινὰ τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ μὲ γλαφυρότητα περιγράφονται ἀπὸ τὸν Ἰωάννη. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ ἡ Ἀποκάλυψη ἀποτελεῖ τὴ ρεαλιστικότερη ἀποτίμηση τῆς ἱστορίας. Τὸ θηρίο, ὁ κολοφώνας τῆς ἐξουσιαστικῆς βίας, βρυχᾶται καὶ γεμίζει πόνο καὶ ἀγωνία ἐκείνους ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ ζήσουν καὶ νὰ ὑπάρξουν ἐλεύθεροι. Ὁ λόγος τοῦ Θεολόγου Ἰωάννη ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὸν φάρο, ὁ ὁποῖος φωτίζει τὴν τραγικότητα τῆς ἱστορίας. Ὅσο καὶ ἂν τρίζει τὰ δόντια του τὸ θηρίο τῆς αὐτοθεωμένης ἐξουσίας, ὁ Ἰωάννης καὶ οἱ παραλῆπτες τοῦ ἔργου του γνωρίζουν ὅτι θριαμβευτὴς θὰ εἶναι τελικὰ ἡ ἐλευθερία, ἡ πληρότητα τῆς ὁποίας στὴν τραγωδία τοῦ κόσμου συνιστᾶ ζητούμενο. Εἶναι ἐξόχως ἀποκαλυπτικὲς οἱ περιγραφὲς τῆς Βαβυλώνας, ποὺ συμβολίζει τὴν εἰδωλοποιημένη ἐξουσία, αὐτὴ ποὺ ἀξιώνει τὴ λατρεία της μέσῳ τῆς ἀπόλυτης ἀναγνώρισης καὶ ὑπακοῆς: ἀπὸ τὸ μεθυστικὸ κρασί τῆς πορνείας της ἔχουν πιεῖ ὅλα τὰ ἔθνη, οἱ βασιλιάδες πόρνεψαν μαζί της καὶ οἱ ἔμποροι πλούτισαν ἀπὸ τὴ χλιδή της. Ἡ βδελυρὴ αὐτὴ ἐξουσία, ὡς κορύφωση τῆς ἀποστασιοποίησης ἀπὸ τὸν Θεό, χαρακτηρίζεται «πορνεία». Ἐπίσης ἄξια λόγου εἶναι ἡ ἀναφορὰ στοὺς πενθοῦντες τὴν πτώση τῆς Βαβυλῶνος. Εἶναι ὅσοι πλούτισαν ἀπὸ αὐτή, ὅσοι ἀσέλγησαν ὄντες ἐκμεταλλευτὲς καὶ καταπιεστὲς τῶν χειραγωγημένων μαζῶν. Ὁ θρῆνος τους εἶναι γοερὸς «ὅτι μιᾷ ὥρᾳ ἠρημώθη ὁ τοσοῦτος πλοῦτος»!

Ἡ ἀντιεξουσιαστικὴ ἀμεσοδημοκρατικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας (σήμερα οἱ συγκεκριμένοι ὅροι ξαφνιάζουν ἂν δὲν τρομάζουν) πραγματοποιήθηκε κατεξοχὴν στὴν κοινότητα τῶν πρώτων χριστιανῶν. Οἱ Ἀπόστολοι ἀναθέτουν τὴ διαχείριση τῆς κοινῆς περιουσίας καὶ ὅλων τῶν πρακτικῶν ζητημάτων σ’ ἐκείνους ποὺ ἐλεύθερα θὰ ἐπιλέξει τὸ σῶμα τῶν πιστῶν (ἐκλογὴ διακόνων). Κι ὅταν θὰ συντελεστεῖ ὁ μεγάλος συμβιβασμὸς μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ ἐξουσία, θὰ ξεπηδήσει ἀπὸ τὴν ἐλευθερία τῆς ἐρήμου ἡ ἀπόπειρα τῆς κοινοτικῆς αὐτοδιάθεσης μὲ τὴν ὀργάνωση τοῦ μοναστικοῦ κοινοβίου. Ἂν δανειστοῦμε τὴν ἀκρίβεια τῆς ζουραρείου ἰδιολέκτου, θὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι «τὸ ὀρθόδοξο κοινόβιο ὑπῆρξε τὸ μόνο ὑπαρκτὸ σοβιὲτ ποὺ πέτυχε!» 

Οἱ διακηρύξεις τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν κοινωνικὴ δικαιοσύνη ἀποτελοῦν ἕνα ἀδιάψευστο κριτήριο τῆς ἀπόστασης ποὺ χωρίζει τοὺς σημερινοὺς ἐπαναπαυμένους χριστιανοὺς ἀπὸ τὰ καίρια τῆς πίστεως ποὺ ἐπαγγελλόμαστε. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης καταφέρεται ἐνάντια στὴ δουλεία (ποὺ ἀκόμη δὲν καταργήθηκε) καὶ στὴν ἐκμετάλλευση, διότι ἀντιστρατεύονται τὸ νόμο τῆς φύσεως, ἡ ὁποία πλάστηκε αὐτεξούσια καὶ ἐλεύθερη. Ὑπενθυμίζει δέ, συνεχίζοντας τὸ ὑπόμνημά του στὸν Ἐκκλησιαστή, ὅτι ἡ ἐξουσία τοῦ ἀνθρώπου περιορίζεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὰ ζῶα. 

Οἱ φιλήσυχες συνειδήσεις τῶν νοικοκυραίων χριστιανῶν μᾶλλον δὲν αἰσθάνονται πολὺ ἄνετα διαβάζοντας τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο δὲν πρέπει νὰ ἀγαπᾶμε κάθε εἰρήνη, γιατὶ ὑπάρχει ὁμόνοια πολὺ βλαβερή. Σὰν καὶ αὐτὴ ποὺ στηρίζουν οἱ «χριστιανικὲς» κοινωνίες βαυκαλιζόμενες μὲ τὴν ἐπίπλαστη τάξη καὶ ἀσφάλεια, οἱ ὁποῖες περιφρουροῦν τὰ μικροσυμφέροντα τῶν «νομοταγῶν». Τὶ ἔχουμε ὅμως νὰ ἀπαντήσουμε καὶ πάλι στὸν δεύτερο Θεολόγο τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἀναφέρει ὅτι ὅρος τῆς πνευματικῆς ὑγείας εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ ἄλλου; (Ἀπὸ τὴν ἔννοια τοῦ συμφέροντος ἀπουσιάζει φυσικὰ ἡ προάσπιση τοῦ πλούτου, τὸν ὁποῖο οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦν σύμφυτο μὲ τὴν ἀδικία). 

Ἡ ἐξέγερση τοῦ φτωχοῦ, ποὺ τόσο τρομάζει τὴν λεγόμενη κοινωνικὴ εἰρήνη, εἶναι ἕνα γεγονὸς ποὺ οἱ πατέρες δὲν ἀντιμετωπίζουν ἐπιπόλαια μὲ ἀφορισμοὺς κατὰ τῆς βίας. Στὴν ἑρμηνεία τῆς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρει: «Ἀκόμη κι ἂν (ὁ φτωχὸς) ἐπιτίθεται θὰ πρέπει νὰ τὸν ἐλεήσουμε, διότι ἡ πείνα εἶναι ποὺ τὸν πιέζει καὶ φορᾶ τὴν κουκούλα τοῦ εξεγερμένου. Αὐτό εἶναι ἕνα ἔγκλημα ποὺ τὸ διαπράττει ἡ δικιά μας ἀσπλαχνία.» Στὸ ἴδιο κλίμα, σχεδὸν δέκα αἰῶνες ἀργότερα, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, στὴν εἰκοστὴ δεύτερη ὁμιλία του καταγγέλλει: «Κι ἂν ὑποκριθοῦμε γιὰ λίγο κάποια φαινομενικὴ εἰρήνη μεταξύ μας, οἱ ἐξουσιαστὲς αὐξάνουμε ἀκόμη περισσότερο τὴν καταπίεση τῶν φτωχῶν […] Αὐτοὶ ποὺ ταΐζουν σκυλιὰ καὶ τρέφουν γουρούνια (πλούσιοι) καταβροχθίζουν σὰν ἀγριογούρουνα καὶ αἱμοβόρα σκυλιὰ τὴν περιουσία τῶν ἀπροστάτευτων. Γι’ αὐτὸ ὑψώνουν οἱ φτωχοὶ τὴ φωνή τουςἐνάντια σὲ ὅλους σας […] γιατὶ δὲν μποροῦν νὰ ὑποφέρουν τὴν ἄσπλαχνη καὶ μισάνθρωπη ἐξουσία τῶν φοροεισπρακτόρων καὶ τὴ συνεχῆ βία καὶἀδικία ποὺ προέρχεται ἀπὸ σᾶς ποὺ εἶστε ἰσχυρότεροί τους». 

Τὴν σίγουρη καταδίκη ὡς τρμοκράτη, ποὺ θὰ ἐπέσυραν οἱ σημερινοὶ χριστιανοὶ ἐναντίον ἐκείνου ποὺ θὰ τολμοῦσε νὰ καταθέσει τὰ παραπάνω, θὰ τὴ συνόδευε σίγουρα ἡ πλειστάκις κακοποιημένη ρήση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω […] ὁ ἀντιτασσόμενος τῇ ἐξουσίᾳ τῇ τοῦ Θεοῦ διαταγῇ ἀνθέστηκεν […]». Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ διευκρινιστοῦν κάποια εἰδικότερα θέματα. Τὸ συγκεκριμένο χωρίο προέρχεται ἀπὸ τὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή. Ἀπευθύνεται λοιπὸν στοὺς χριστιανοὺς τοῦ διοικητικοῦ κέντρου τῆς αὐτοκρατορίας. Συνεπῶς ἡ ριζοσπαστικότητα τῶν χριστιανῶν τῆς Παλαιστίνης πρέπει νὰ μετριαστεῖ, καθὼς αὐτοὶ βρίσκονται στὸ ἐπίκεντρο τοῦ κυκλώνα. Ἄλλωστε ἔχει ἤδη συμβεῖ ὁ διωγμὸς τοῦ Νέρωνα, ποὺ προκλήθηκε λόγῳ τῆς ἀπροθυμίας τῶν Ρωμαίων χριστιανῶν νὰ συνεργαστοῦν μὲ τὸ κράτος καὶ νὰ ὑπακούσουν στοὺς νόμους του. Ὑπάρχει ὅμως καὶ κάτι ἀκόμα, ποὺ σχετίζεται μὲ τὴ συνάφεια τοῦ συγκεκριμένου χωρίου. Τρεῖς μόλις στίχους παρακάτω ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀποκαλύπτει τὸ εἶδος τῶν ἀρχόντων στὸ ὁποῖο ὀφείλεται ὑπακοή. Οἱ χριστιανοὶ ὑπακοῦν σὲ ἐκείνους ποὺ εἶναι Θεοῦ διάκονοι καὶ ἐπαινοῦν ἐκεῖνον ποὺ κάνει τὸ καλό. Ἂν λοιπὸν ἡ συγκεκριμένη φράση τοῦ Παύλου ἐκλαμβάνεται ἀτυχῶς ὡς κάλεσμα νομιμοφροσύνης τῶν χριστιανῶν ἔναντι τῆς ἐξουσίας, τότε τὸ θυσιαστικὸ καὶ ἡρωικὸ μαρτύριο τῶν ἐκατομμυρίων χριστιανῶν ποὺ προηγήθηκε καὶ κυρίως ἀκολούθησε τὴν παύλεια νουθεσία, δὲν ἦταν παρὰ μιὰ τραγωδία, ἐφόσον βασίστηκε στὴν παρακοὴ τῆς συμβουλῆς τοῦ Ἀποστόλου. Τὴν ἐπιτομὴ τῆς σκέψης τοῦ πρωτοκορυφαίου Παύλου θὰ κάνει καὶ πάλι ὁ Χρυσόστομος Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸν μακαριστὸ καθηγητὴ π. Γεώργιο Φλορόφσκι, θεωρεῖ ὅτι «ἡ ἐξουσία ἐνέχει τὴν ἀνισότητα καὶ εἶναι μία μορφὴ ὑποδουλώσεως. Ἔχει καθιερωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀλλὰ μόνο ὡς συνέπεια τῆς ἁμαρτίας». 

Ὅλα τὰ παραπάνω, ὡς θεωρητικὸς προσανατολισμὸς ἀλλὰ καὶ πρακτικὴ ἐφαρμογή, δὲν ἀντλοῦνται ἀπὸ ἕναν ἠθικὸ ρομαντισμὸ γιὰ μία ἄλλη κοινωνία. Ἀποτελοῦν συνεπῆ ἔκφραση καὶ ἀπόπειρα νὰ σαρκωθεῖ ἡ ζωὴ τῆς ἐλευθερίας ποὺ φανέρωσε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο. Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ὄντως ἐλευθερία. Γεννιέται ὡς ἄνθρωπος, γιατὶ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει καὶ μὲ τρόπο διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸν ποὺ τοῦ «ἐπιβάλλει» ἡ ἴδια Του ἡ φύση. Ὁ ἄνθρωπος ἀντιθέτως δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι κάτι ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ τοῦ ἐπιτάσσει ἡ φύση του, εἶναι ἀναγκασμένος νὰ εἶναι ἄνθρωπος. Ὁ Θεὸς ἐπειδὴ εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς ἀγάπης μπορεῖ, ὡς ἔκφραση αὐτῆς Του τῆς ἀγάπης, νὰ ὑπάρξει καὶ ἀλλιῶς καὶ αὐτὸ γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου.Ἡ δὲ Ἀνάστασή Του κομίζει στὸν κόσμο αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ δωρεά: νὰ ὑπάρξει ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν τὸ θελήσει, ἐλεύθερος ἀπὸ τὴ φθορὰ τοῦ θανάτου, ἐλεύθερος ἀπὸ τὸν ἔσχατο καταναγκαστικὸ προσδιορισμὸ τοῦ εἶναι του. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὄντως ἐλευθερία. Κάθε ἀπόπειρα ὅμως νὰ ἐπιβληθεῖ, τὴν καθιστᾶ αὐτομάτως μία καρικατούρα βίας, ποὺ στραγγαλίζει τὸ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ βία ἀποτελεῖ βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῆς ἐλευθερίας. Πρόκειται ὅμως γιὰ τὴ βία ποὺ στρέφεται κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ καὶ ὄχι κατὰ τοῦ ἄλλου. Κατὰ τῶν ἐξουσιαστικῶν ἀγκυλώσεων ποὺ μαστίζουν τὸν καθένα, ἀπὸ τὶς ὁποῖες καὶ μόνο πηγάζει καὶ ἡ πιὸ ἀδιόρατη διάθεση ἐπιβολῆς. Ἡ φιλαυτία εἶναι ἡ μήτρα τῆς ἐξουσίας. Αὐτὴ ἐπιδιώκει μανιωδῶς νὰ ψευδοσυντηρήσει τὸν ἑαυτὸ ἔναντι τοῦ θανάτου καὶ σὲ αὐτὴ τὴ διαδικασία ὁ ἄλλος δὲν εἶναι ὁ πρὸς εὕρεση ἑαυτός μου ἀλλὰ ὁ θάνατός μου, ποὺ πρέπει νὰ θανατωθεῖ. Καὶ ὁ κύκλος τῆς ὑπαρξιακῆς βίας συνεχίζεται σκορπίζοντας κατὰ τὴν κίνησή του μόνο ἐξουσία. Γι’ αὐτὸ ὁ κατὰ πολλοὺς «ἀναρχοχριστιανὸς» Τολστόι ἔγραψε διαπιστωτικά: «ὅλοι θέλουν νὰ ἀλλάξουν τὸν κόσμο ἀλλὰ κανεὶς τὸν ἑαυτό του». Γι’ αὐτὸ κάθε βία ἀπὸ τὸν ἑαυτό ἀλλὰ ὄχι πρὸς τὸν ἑαυτό, εἶναι καταδικασμένη νὰ ἀναπαράγει τὸν φαῦλο κύκλο τῆς ἐξουσίας.

Ὁ ἐκκλησιαστικὸς τρόπος ὕπαρξης θεμελιώνεται στὸ παράδειγμα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐξουσία Του εἶναι παντοδύναμη μόνο γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ἐλεύθερος νὰ παραιτεῖται ἀπὸ αὐτή. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἰλιγγιώδη προοπτικὴ ποὺ φανέρωσε, καὶ ἀπὸ τότε παραμένει ἀνοιχτὴ ὡς δυνατότητα γιὰ τὸν καθένα, μπορεῖ νὰ ξεμυτίσει ἡ ἐλευθερία. Κάθε ἄλλη ἀπόπειρα εἶναι ἁπλῶς ὑπονομευμένη ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ βρυχώμενου καὶ ἀδηφάγου ἐγωτισμοῦ. Ἡ δὲ ἐγωικὴ ἀναδίπλωση δὲν ἀποτελεῖ ἠθικό ζήτημα. Εἶναι κατεξοχὴν ζήτημα ζωῆς ἢ θανάτου, διότι ὁ ἐγωτισμὸς ἀρνεῖται τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ἄρνησής του, ἐνὼ ὁ Θεὸς εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλει τὴν παρουσία Του. Ἡ ἐλευθερία μας νὰ Τὸν ἀπορρίπτουμε εἶναι μία ἐπιβεβαίωση τῶν ἀτέρμονων ὀριζόντων τῆς ἐλευθερίας Του.

Ὑπὸ τὶς παραπάνω προϋποθέσεις τὸ πολίτευμα τῶν χριστιανῶν δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ ἐγκαθιδρυθεῖ. Ὄχι ὅμως διότι ἀποτελεῖ οὐτοπία ἀλλὰ διότι ἐγκαθίδρυση σημαίνει ἀρχή. Καὶ ὅ,τι ἀρχίζει εἶναι καταδικασμένο νὰ τελειώσει, νὰ πεθάνει.Ὁ πραγματικὸς ἄναρχος, ποὺ δὲν ἔλαβε ποτὲ ἀρχὴ καὶ δὲν θὰ ἔχει ποτὲ τέλος, εἶναι ὁ Τριαδικὸς Θεός. Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο λοιπὸν ποὺ στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα «ἀρχὴ» θὰ πεῖ καὶ ἐξουσία. Ὅ,τι ἀρχίζει ὑπόκειται στὴν ἐξουσία αὐτοῦ ποὺ τὸ γέννησε. Φέρει ἐντός του τὴν ἀναγκαιότητα νὰ ὑπάρχει καὶ αὐτὴ τὸ προσδιορίζει καὶ τὸ καθορίζει. Τὰ πάντα στὸ φυσικὸ κόσμο διαθέτουν μία ἐξήγηση κι ἂν δὲν ἔχει ἀνιχνευθεῖ ἀκόμη κάποια στιγμὴ θὰ συμβεῖ, ἀκριβῶς διότι τὰ πάντα ὀφείλουν τὴν ἀρχή τους στὴν ἐξουσία τῶν ἀρχῶν ποὺ τὰ διέπουν. Τὸ μόνο γεγονὸς ποὺ δὲν θὰ μπορέσει νὰ ἑρμηνευθεῖ ἐξαντλητικὰ μὲ ὅρους φυσικῶν νόμων εἶναι ἡ δημιουργία ὡς γεγονὸς καὶ μόνο. Γιατὶ ὡς γεγονὸς ἀγάπης ὀφείλει τὴν ἀρχή της σὲ ἕνα Πρόσωπο. Ὁ Θεὸς δωρίζει τὴν ἐλευθερία στὸν ἄνθρωπο καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ δική Του ὑφίσταται τὴν «ἧττα» τῆς ἀγάπης. Διότι θέλει νὰ μὴν ἐπιβληθεῖ ποτέ. Σὲ αὐτὸ τὸ ἀντιεξουσιαστικὸ θέλημα ὀφείλεται ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἀποστασιοποιεῖται ἀπὸ τὸν ἐραστὴ Δημιουργό, σηκώνοντας τὴν παντιέρα τῆς «ἐλευθερίας», τὸ μόνο ποὺ καταφέρνει εἶναι νὰ ἐκπίπτει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ ἄναρχου Θεοῦ, στὴν ἀρχὴ τοῦ δικοῦ του πεπερασμένοπυ θελήματος, δηλαδη νὰ αὐτοκαταδικάζεται στὴν ἐξουσιαστικὴ δίνη τῆς φθαρτότητάς του.

Συνεπῶς κάθε ἀπόπειρα νὰ θεσμοποιηθεῖ ἡ ἐλευθερία, νὰ γίνει καθεστώς, σημαίνει αὐτόματα τὴν ἀναίρεσή της. Ἡ μόνη συμβατὴ μὲ τὰ παραπάνω πολιτικὴ προοπτικὴ εἶναι ἡ διαρκὴς πάλη, ὥστε νὰ ἀνατρέπεται ἀδιάκοπα ὅ,τι ὠθεῖ τὴ ζωὴ νὰ ἐκφυλίζεται σὲ σύστημα. Ἔτσι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀπαίτηση γιὰ τὴν καθολικὴ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ βίου του εἶναι σύμφυτη μὲ τὴν κατάργηση καὶ τοῦ κράτους καὶ τῶν νόμων καὶ τῆς ἐξουσίας ἀλλὰ καὶ κάθε ἰδεολογίας. Ἀκόμη καὶ τῆς ἀναρχίας, διότι ἡ ὄντως ἐλευθερία δὲν ἀνέχεται τὴν ποδηγέτησή της ἀπὸ καμία πολιτικὴ πρωτοπορία, ἀπὸ κανένα μεσσιανικὸ ὅραμα, ἀπὸ τίποτα ποὺ τὴν φασκιώνει μὲ τοὺς νάρθηκες τῆς ἀποτελεσματικότητας.

Μὲ ἄλλα λόγια ἀπαιτεῖται μία διαρκὴς ἐπανάσταση. Ὡς συνεχὴς ἐγρήγορση, ὥστε νὰ μὴν καταντήσει ποτὲ ἡ ἐλευθερία παγιωμένη κατάσταση. Πῶς μπορεῖ νὰ ἐνυλωθεῖ στὴ ζωὴ αὐτὴ ἡ πολιτικὴ πρόταση; Αὐτὸ θὰ παραμένει πάντοτε ἕνα ἐνδεχόμενο, ποὺ περιλαμβάνει ἀκόμη καὶ τὴν ἀποτυχία. Κι ἂν σήμερα οἱ χριστιανοὶ πολιτικὰ ἀναπαράγουμε μόνο τὴν ἀποτυχία τῆς πτώσης, τουλάχιστον ἂς ἀναζητοῦμε τὰ πράγματα στὰ ὁποῖα ἀντηχοῦν οἱ λέξεις, χωρὶς νὰ παραμένουμε καθηλωμένοι στὸ ἐξωτερικό τους περίβλημα. Διότι οἱ ἀφορισμοί, ἡ ἐκ τῶν προτέρων ἀπόρριψη καὶ ἄλλα συμπτώματα ἀκρισίας, καταφέρνουν νὰ μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπελπιστικὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μᾶς ἀνήκουν καὶ χρειαζόμαστε.



ἐπίμετρον: ὅταν ὁ Ληξουριώτης ἄθεος ἀναρχικὸς ποιητὴς Μικέλης Ἄβλιχος (1844-1917), προσωπικὸς φίλος τοῦ Μπακούνιν, ρωτήθηκε στὸ δικαστήριο ὡς ἔνορκος ποιὰ θρησκεία πρεσβεύει, ἀπάντησε: «οὐδεμία· ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ εἶμαι χριστιανός, διότι αἱ θρησκεῖαι εἶναι δεσμὸς τῆς ἀνθρωπότητος, ἐνῶ ὁ χριστιανισμὸς εἶναι ἐναγκαλισμὸς τῆς ἀνθρωπότητος».

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 28 Φεβρουαρίου 2013, αρ. φύλλου 681

http://odos-kastoria.blogspot.gr/2013/05/blog-post_25.html

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Πέθανε ο ιερωμένος Αντρέα Γκάλλο, «ο παπάς των ανυπεράσπιστων»



«Το πιο σημαντικό είναι να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε, ώστε να μετρά η φωνή των φτωχών. Θα ξανασυναντηθούμε. Θα συναντιόμαστε γα πάντα. Σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις εκκλησίες, τα σπίτια, τις ταβέρνες. Οπουδήποτε υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται για αλήθεια και δικαιοσύνη»






Σε ηλικία 84 ετών πέθανε σήμερα το απόγευμα στην Γένοβα λόγω πνευμονικής και καρδιακής ανεπάρκειας ο πατέρας Αντρέα Γκάλο, γνωστός στην Ιταλία και ως «ο παπάς των έσχατων και των ανυπεράσπιστων».Ο πατήρ Γκάλο έπαιρνε συχνά επί σειρά ετών αποστάσεις από τις επίσημες θέσεις της ιεραρχίας της Καθολικής Εκκλησίας.
Ήδη από την δεκαετία του 1950, όταν ιερουργούσε σε αναμορφωτήριο, διαμόρφωνε μια «επαναστατική» για την εποχή του μέθοδο, που βασιζόταν στην δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης και στην προσπάθεια ενίσχυσης της ατομικής ελευθερίας των εφήβων.Κατόπιν, ως το 1970, προσέφερε το έργο του σε ενορία του ιστορικού κέντρου της Γένοβας, σε μια περιοχή με έντονα κοινωνικά προβλήματα.Πολλοί ιεραρχικά ανώτεροι κληρικοί θεωρούσαν τότε τις θέσεις του κοντινές με εκείνες της «Θεολογίας της Απελευθέρωσης» και τις ιδέες του, υπερβολικά προοδευτικές.Το 1975 ο καθολικός ιερέας, μαζί με μια ομάδα συνεργατών του, ίδρυσε την κοινότητα Σαν Μπενεντέτο αλ Πόρτο, για να βοηθήσει «τους τελευταίους κι όσους βρίσκονται στο περιθώριο»: τοξικομανείς, άστεγους, άτομα με ψυχικά νοσήματα, χωρισμένους γονείς με μικρά παιδιά.
Όπως επισημαίνουν μέσα ενημέρωσης της Ιταλίας, «από εκείνη την στιγμή, ο πατέρας Γκάλο θεωρήθηκε σημείο αναφοράς από όσους επιθυμούν μια εκκλησία που να πλησιάζει τους ανθρώπους με την δύναμη της κατανόησης, χωρίς διακρίσεις και φραγμούς».
Επί τέσσερις δεκαετίες συμμετείχε σε εκατοντάδες διαδηλώσεις και πορείες, γράφοντας βιβλία και λαμβάνοντας δημόσια θέση υπέρ των μεταναστών των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων και κατά της αμφισβήτησης και καταπάτησης της αξιοπρέπειας των εργαζομένων.



http://e-theologia.blogspot.gr/2013/05/blog-post_8151.html

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Τερέζα Φορκάδες: Η επανάσταση ξεκινά από μία μοναχή;





Από μια μοναχή του τάγματος των Βενεδικτίνων, θα περίμενε κανείς σίγουρα μια πιο συντηρητική στάση. Όμως, η Τερέζα Φορκάδες με την δριμεία της κριτική σε ό,τι θεωρεί «προβληματικό» - από τις τράπεζες ως τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες - εξελίσσεται σε έναν από τους πιο μαχητικούς και φυσικά άτυπους εκπροσώπους της νοτιοευρωπαϊκής Αριστεράς.

Αυτή την περίοδο βρίσκεται σε περιοδεία προωθώντας ένα νέο ριζοσπαστικό μανιφέστο για επαναστατική πολιτική αλλαγή. «Η οικονομική κρίση στην Ισπανία έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο που να απειλεί τον κοινωνικό ιστό. Αυτό είναι κάτι που συνέβη και στην Ελλάδα. Η επισφάλεια στις ζωές των ανθρώπων αυξάνεται συνεχώς και οι πολίτες δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν. Ο κίνδυνος της βίας και της ανατροπής με κάποιον μη δημοκρατικό τρόπο αποτελεί πιθανότητα», έχει δηλώσει.

Μαζί με τον οικονομολόγο, Αρκάντι Ολιβέρες, συνέγραψαν ένα μανιφέστο που ζητά την επανίδρυση του ισπανικού κράτους, με μια Καταλονία ανεξάρτητη, εθνικοποιημένες τράπεζες και ενεργειακές εταιρείες, ενώ προτείνουν και σταδιακή έξοδο από το ΝΑΤΟ. Στην ουσία, θα έλεγε κανείς ότι ελπίζουν να αναβιώσουν το πνεύμα των «Αγανακτισμένων» που έκαναν κατάληψη στις πλατείες στης Ισπανίας το 2011, όντας όμως επικεντρωμένοι σε πιο χειροπιαστούς στόχους.

Παρά το γεγονός ότι η Φορκάδες αρνείται να κατέβει στον πολιτικό στίβο, δείχνει να μην φοβάται τον δημόσιο διάλογο και εμφανίζεται τακτικά στην τοπική τηλεόραση. Μάλιστα, στις ομιλίες της συνδυάζει αναφορές στην θεολογία, τις θεωρίες του Μαρξ για την επιπρόσθετη αξία, τη Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες, καθώς και τον κανόνα του Αγίου Βενέδικτου.

Η κριτική της επί του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού δεν αποτελεί απλώς την χριστιανική της επιθυμία να προστατέψει τους αδύναμους, αλλά και μια επίθεση στην υποκρισία ενός συστήματος που δίνει σε αγαθά και κεφάλαια την ελευθερία να διασχίσουν τα σύνορα την ώρα που οι απλοί εργαζόμενοι δεν μπορούν. «Είναι μια μορφή καπιταλισμού όπου τα δικαιώματα και οι ανάγκες των ανθρώπων μπαίνουν στην άκρη», έχει δηλώσει σε ανύποπτο χρόνο τονίζοντας παράλληλα πόσο υψηλότερη είναι η φορολογία του ψωμιού σε σχέση με εκείνη που επιβάλλεται στην χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία.

Η Φορκάδες έγινε αρχικά διάσημη χάρη στην διαμάχη της με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και την φαρμακευτική βιομηχανία σχετικά με τα εμβόλια για την γρίπη των χοίρων, το 2009. Ένα βίντεο στο οποίο εμφανιζόταν στο μοναστήρι της να μιλάει επί μία ολόκληρη ώρα μπροστά στην κάμερα σχετικά με τους κινδύνους του εμβολίου για την γρίπη είχε περισσότερους από ένα εκατομμύριο θεατές στο Διαδίκτυο.

Η El País την έχει χαρακτηρίσει «συνομωσιολόγο» και «κατεργάρα καλόγρια» που χρησιμοποιεί μισές αλήθειες και το θρησκευτικό της κύρος για να σπέρνει τον φόβο. Όμως, η Φορκάδες - που έχει εκπαιδευτεί ως γιατρός στις ΗΠΑ και έχει διδακτορικό στην Αγωγή Υγείας - έχει πει ότι πέρασε τρία χρόνια μελετώντας πριν δημιουργήσει το περιβόητο βίντεο που την έβαλε στον «χάρτη».

Υπάρχουν κάποιοι που αμφισβητούν πώς μπορεί να είναι αριστερή και φεμινίστρια και παράλληλα να ανήκει σε μια μισογύνικη εκκλησία που απαγορεύει την αντισύλληψη και υποστηρίζει την τιμωρία για τις εκτρώσεις.

Μάλιστα, η Φορκάδες - όπως ο πάπας Βενέδικτος που την ανέλαβε υποστήριζε τις γυναίκες ιερείς αλλά άφησε την αντισύλληψη και την έκτρωση σαν ένα ανοιχτό παράθυρο στην συνείδηση του καθενός - η Φορκάδες δεν μασάει τα λόγια της. «Η Καθολική Εκκλησία, που είναι η εκκλησία μου, είναι πατριαρχική και μισογύνικη και αυτό πρέπει να αλλάξει το συντομότερο», αναφέρει η ίδια δεικτικά.


Επιμέλεια: Μάριος Μπουμπής



http://e-theologia.blogspot.gr/2013/05/blog-post_18.html

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΤΥΠΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ 1967-1974





Δημοσίευση του Α' κεφαλαίου του βιβλίου  του Ανδρέα Αργυρόπουλου,"Χριστιανοί και πολιτική δράση κατά την περίοδο της Δικτατορίας 1967-74"





ΚΕΦ. Α΄ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΤΥΠΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ 1967-1974

Για να αντιληφθεί κανείς την αξία του αντιδικτατορικού αγώνα των πολιτικοποιημένων χριστιανών ,πρέπει να έχει μια στοιχειώδη εικόνα για τη στάση της Διοικούσας Εκκλησίας, των Θεολογικών Σχολών και των Χριστιανικών οργανώσεων και των θρησκευτικών εντύπων κατά τα έτη 1967-1974. Είναι κατανοητό ότι περιγραφή λεπτομερής της κατάστασης αυτής δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια της παρούσας εργασίας,όμως θεωρούμε απόλυτα αναγκαία την παρουσίαση κάποιων στοιχείων που εκτιμούμε πως θα μας βοηθήσουν στην κατανόηση του κλίματος της εποχής.
Ο καθηγητής της Κοινωνιολογίας στη σχολή Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Κολωνίας Δημήτριος Σαβράμης σε συνέντευξή του στη Χριστιανική τον Αύγουστο του 1974 για το ζήτημα αυτό είναι αποκαλυπτικός «Η στάση τόσο της Διοικούσης Εκκλησίας, όσο και των Θεολογικών Σχολών κατά την διάρκεια της δικτατορίας υπήρξε δυστυχώς απογοητευτική και συνετέλεσε στην παγκόσμια δυσφήμιση και γελοιοποίηση της Ορθοδοξίας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον πόνο που δοκίμαζα όταν έβλεπα τις σχετικές με την δικτατορία εκπομπές της Γερμανικής Τηλεοράσεως. Παντού όπου παρουσιάζονταν οι τύραννοι του Ελληνικού Λαού εμφανίζονταν κοντά τους Έλληνες Κληρικοί,οι οποίοι,σαν πιστοί δούλοι του καθεστώτος,συνόδευαν τους τυράννους.Πριν από λίγο καιρό ακόμη, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, είχα την ευκαιρία να δω στην Γερμανική Τηλεόραση ένα φίλμ που έδειχνε το ιστορικό της δικτατορίας. Εκείνο που μου έκανε την πιο απαγοητευτική εντύπωση,ήταν το ότι κάθε τόσο άκουε κανείς τις ψαλμωδίες  της Ορθόδοξης Εκκλησίας ή έβλεπε τη μεγαλόπρεπη εμφάνιση Ελλήνων Επισκόπων, οι οποίοι επλαισίωναν την εμφάνιση των τυράννων. Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι η Διοικούσα Εκκλησία εταύτισε 100% τον εαυτό της και την τύχη της με την δικτατορία. Ένα  άλλο ακόμη παράδειγμα: παίρνω συχνά το περιοδικό «Γρηγόριος Παλαμάς» και έτσι είχα την ευκαιρία ,κατά τη διάρκεια της περασμένης επταετίας,να διαβάζω το χρονικό της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Πολλές φορές είχα την εντύπωση ότι διαβάζω κοσμικό όργανο της λέσχης αξιωματικών, διότι σχεδόν όλες οι ειδήσεις που δημοσιεύτηκαν σε αυτό το χρονικό διάστημα αφορούσαν τις κοσμικές εμφανίσεις στρατηγών και συνταγματαρχών, τις οποίες είχε την τιμή να τιμήση δια της παρουσίας του ο «άγιος» Θεσσαλονίκης. Νομίζω ότι αυτά τα μικρά παραδείγματα, τα οποία είναι αμέτρητα, αρκούν να δικαιολογήσουν την απογοητευτική εντύπωση που δημιούργησε η Διοικούσα Εκκλησία κατά την διάρκεια της δικτατορίας. Οσον αφορά τις Θεολογικές Σχολές, αρκεί να τονίσω δύο παραδείγματα: πρώτον ότι εκπρόσωποι αυτών των Σχολών εξυπηρέτησαν τυφλά τους εγκληματίες της δικτατορίας, είτε ως υπουργοί,είτε ως Πρυτάνεις. Το ότι ένας Πρύτανις ελληνικού Πανεπιστημίου ανήκει πλέον στην ιστορία με τον τίτλο «ο Πρύτανις των τάνκς» ,και είναι τακτικός καθηγητής ελληνικής Θεολογικής Σχολής,αρκεί σαν απόδειξη του ότι οι Θεολογικές μας Σχολές απογοήτευσαν πολύ τον Ελληνικό Λαό. Τέλος οι Θρησκευτικές Οργανώσεις ανήκουν κι αυτές στους συνοδοιπόρους της δικτατορίας, δεδομένου ότι δεν ξέρω καμμιά ελληνική Θρησκευτική Οργάνωση που να τόλμησε να καταδικάση τα εγκλήματα της δικτατορίας»[1].
Η δικτατορία από την πρώτη στιγμή προσπάθησε να επιβάλλει τον άμεσο έλεγχο στη Διοικούσα Εκκλησία. Πρώτος της στόχος ήταν η ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου και η τοποθέτηση στη θέση του,του εκλεκτού των Ανακτόρων Ιερώνυμου Κοτσώνη. Αυτό επετεύχθη σε σύντομο χρονικό διάστημα και με πολλές παράνομες μεθοδεύσεις. Το σχέδιο ολοκληρώθηκε με την απομάκρυνση των μητροπολιτών που δεν έδειχναν ιδιαίτερα πρόθυμοι να συνεργαστούν με τη νέα κατάσταση και την επισκοποποίηση νέων που ακολουθούσαν πιστά τον Ιερώνυμο «Όλοι σχεδόν οι νέοι μητροπολίτες είχαν δύο κοινά χαρακτηριστικά: προέρχονταν από τις οργανώσεις της «Ζωής» και του «Σωτήρος» και στα χρόνια του Εμφυλίου είχαν υπηρετήσει ως στρατιωτικοί ιεροκήρυκες σε μάχιμες μονάδες της Βορείου Ελλάδος. Προσόντα που ανταποκρίνονταν στο σύνθημα της χούντας «Ελλάς,Ελλήνων Χριστιανών»[2].
Ο Ιερώνυμος αναλαμβάνει τη στήριξη της δικτατορίας με κάθε τρόπο, πιστεύοντας, όπως γράφει σε επιστολή του στο δικτάτορα Παπαδόπουλο, ότι «όταν έγινεν η Επανάστασις της 21ης Απριλίου αντεπεκρίνετο εις ένα λαϊκόν αίσθημα»[3].
Σε συνέντευξή του στο γερμανικό περιοδικό SPIEGEL δηλώνει ότι: «Είμαστε πολύ ευγνώμονες στο στρατό που έσωσε την Ελλάδα απ’ την καταστροφή,την 21 Απριλίου»[4].
Κατά την τελετή ανάληψης καθηκόντων του Ιερώνυμου ο προεδρεύων της παράνομης αριστίνδην συνόδου Πατρών Κωνσταντίνος πλέκει το εγκώμιο της χούντας αναφέροντας «Είναι ιστορική η στιγμή και δια την Εκκλησίαν και δια το Έθνος. Έπειτα από μίαν περιπέτειαν καθ’ ην το Έθνος ημών διέτρεξε κρισιμωτάτας στιγμάς και έφθασε μέχρι του χείλους της αβύσσου, ερρύσσατο δε αυτό ο Κύριος δια χειρών γενναίων. Η Εκκλησία ήδη απολαμβάνει πρώτη τους καρπούς της εθνοσωτηρίου εκείνης επεμβάσεως. Τα φιλόχρηστα και θεοσεβή της εθνικής υμών κυβερνήσεως αισθήματα και ο διακαής πόθος όπως ίδη την Εκκλησίαν ανορθουμένην και ανερχομένην τας βαθμίδας της μεγάλης και αγίας αυτής αποστολής ήγαγε ταύτην εις την απόφασιν όπως συγκροτήση αριστίνδην Ιεράν Σύνοδον προς αντιμετώπισιν των μεγάλων και φλεγόντων την Εκκλησίαν θεμάτων. Αύτη δε εν πνεύματι αγίω συσκεψαμένη…»[5].
Ο Ιερώνυμος περιοδεύοντας στη Βόρεια Ελλάδα κατά την ομιλία του σε στρατιωτική μονάδα τονίζει ότι: «Σας ευγνωμονούμεν και ιδιαιτέρως τον Στρατόν μας ο οποίος την 21ην Απριλίου, έσωσε την Ελλάδα από την καταστροφήν. Και η αναγνώρισις αυτή από την κεφαλήν της Εκκλησίας της Ελλάδος έχει ιδιαιτέρως βαρύνουσα σημασίαν δια την καθολικότητα της επιτυχίας της Επαναστάσεως υπό του Ελληνικού Λαού»[6]
Ο ίδιος δεν παρέλειψε να παρασημοφορήσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο [3-5-1968] με το ανώτερο παράσημο της Εκκλησίας της Ελλάδας το Χρυσό Σταυρό του Αποστόλου Παύλου,ο οποίος δεν έχει απονεμηθεί σε κανέναν άλλον πολιτικό ηγέτη της Ελλάδας.[7]
Από τον Αύγουστο όμως του 1969 αρχίζει να κρατάει αποστάσεις, χωρίς όμως σε καμιά περίπτωση να συγκρούεται ανοικτά με την δικτατορική κυβέρνηση. Στις 6-8-1969 στέλνει γράμμα στον Παπαδόπουλο και εκφράζει τις διαφωνίες του για τον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας «Η ωμή βία και το Κράτος του Χωροφύλακος οδηγούν όχι εις την Δημοκρατίαν, αλλ’ είτε εις την δουλείαν είτε εις την ανατροπήν. Ενόσω είναι ακόμη καιρός προλάβετέ την. Διότι και τα δύο οδηγούν εις τον όλεθρον της Ελλάδος. Διότι εάν μεν επιτύχητε την υποδούλωσιν του Λαού, δηλαδή ο Ελληνικός Λαός να αποκτήση φρόνημα δούλων, πράγμα αδύνατον, («του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει»), θα έχετε αποτύχη εις τον σκοπόν σας ως Επανάστασις, διότι ήλθατε να μας σώσετε από το καθεστώς της δουλείας, αλλά και θα οδηγήτε την Ελλάδα εις τον όλεθρον»[8].
Η συντριπτική πλειονότητα των επισκόπων υμνούσε τους δικτάτορες καθ’ όλη τη διάρκεια της επταετίας. Ενδεικτικά αναφέρουμε την στάση ορισμένων απ’ αυτούς τις παραμονές του «δημοψηφίσματος» για το Σύνταγμα.
Ο Λαρίσης Θεολόγος με την υπ΄αριθμόν 6/1207/20-9-1968 εγκύκλιό του προς τους κληρικούς της Μητροπόλεώς του, τους καλεί να στηρίξουν την κυβέρνηση, με το να ψηφίσουν οι ίδιοι και να προπαγανδίσουν στο ποίμνιό τους το «ΝΑΙ» στο Σύνταγμα. Γράφει λοιπόν στην εγκύκλιό του «...Να υπογραμμίσωμεν εις υμάς την Εθνικήν ανάγκην επιτελέσεως του καθήκοντος τούτου ίσως δεν χρειάζεται, καθόσον οι πάντες εκ του πλησίον και ως άτομα και ως σύνολον εζήσαμεν, την προ της εθνοσωτηρίου όντως επεμβάσεως του ενδόξου Ελληνικού στρατού, διαλυτικήν των πάντων επικρατούσαν κατάστασιν. Ήδη,συν Θεώ, πρωτοπορούσης της Εθνικής ημών Κυβερνήσεως, η φιλτάτη μας πατρίς και ο λαός της βαδίζουν ασφαλώς και δημιουργικώς την ανοδικήν των πορείαν. Αλλ’ ακριβώς δια τον λόγον αυτόν τώρα, όχι αργότερα, θα πρέπει οι πάντες να δώσωμεν το «παρών» επιτελούντες εις το ακέραιον το καθήκον μας. Πολύ περισσότερον ημείς οι Κληρικοί, υπέρ των οποίων εσχάτως μόλις, τόσον ευεργετικά μέτρα ελήφθησαν υπέρ της ανακουφίσεως ημών   και των οικογενειών ημών. Καταλλήλως ωσάν πνευματικοί πατέρες των ενοριτών σας, το ίδιον πνεύμα θα πρέπει να μεταδώσητε εις τας συζητήσεις ή τας εκ μέρους των τυχόν ερωτήσεις, τονίζοντες την ιεράν υποχρέωσιν να ενεργήσουν ως αληθινοί Ελληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί…Εφ’όσον ακούσωμεν εις την φωνήν [της πατρίδας] και ως καθαρόαιμοι ΄Ελληνες και γνήσιοι Χριστιανοί απαντήσωμεν εις το κάλεσμά της με το ΝΑΙ μας εις το Σύνταγμα, ημείς θα κάμωμεν στοιχειώδες έναντί της καθήκον, εις αυτήν δε θα δώσωμεν το δικαίωμα επιβιώσεως και αναδημιουργίας της και σταθεράς πορείας της εις τον θείον προορισμόν και την αποστολήν της…»[9].
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η εγκύκλιος του Μητροπολίτη Ζιχνών κ. Νικόδημου Βαλληνδρά με αριθμό 576/20-9-1968: «Όλοι πρέπει να γνωρίζωμεν,ότι το Νέον Σύνταγμα συνδυάζει την σοφίαν της επιστήμης, την πείραν του Έθνους και το επαναστατικό όραμα της Εθνικής Κυβερνήσεως δι’ εν λαμπρόν μέλλον της Πατρίδος. Παρακαλούμεν, όπως μεριμνήσητε, ίνα η παρούσα εγκύκλιος αναγνωσθή μετά το πέρας της θείας λειτουργίας και καταβάλητε πάσαν προσπάθειαν, ίνα πείσητε όλους τους φιλοθρήσκους κατοίκους των χωρίων σας, ώστε την 29ην Σεπτεμβρίου να ψηφίσουν ΝΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ…»[10].
Ο Φθιώτιδος κ. Δαμασκηνός γράφει στην υπ’ αριθμόν 1562/9-7-1973 εγκύκλιό του προς τους ιερείς: «Διαφωτίσατε καταλλήλως και δραστηρίως τους πιστούς της ενορίας σας, γνωρίζοντες εις αυτούς, ότι το ΝΑΙ που καλούνται να ψηφίσουν και επιβάλλεται όλοι μας να ψηφίσωμεν δεν αλλάζει απλώς μίαν σκηνήν από ένα έργον, αλλά μεταβάλλει βασικώς όλον το έργον. Γνωρίσατε εις τους πιστούς, ότι ΝΑΙ σημαίνει επανασύνδεσιν με το πνεύμα και την σκέψιν των προγόνων μας. Σημαίνει επανάκτησιν της γνησίας ιθαγενείας μας. Σημαίνει ισονομία και ισοτιμία. Σημαίνει τέλος, ότι μόνοι μας εκ του αίματός μας και εκ των ιδίων δυνάμεών μας κατευθύνομεν και καθορίζομεν τα του οίκου μας»[11].
Ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Ευγένιος συνέταξε την εγκύκλιο 3267/1550, όπου μεταξύ των άλλων αναφέρει «Ο Θεός διευθύνει την ιστορίαν. Θέλημα Αυτού ήτο όπως άνδρες εκ του ευσεβούς ημών λαού, πιστοί εις τα Ελληνοχριστιανικά ημών ιδεώδη, γενναίοι δ’ Ανώτεροι Στρατιώται του Ενδόξου ημών Εθνικού Στρατού, αναλάβωσιν από της 21ηςΑπριλίου 1967 την μεγάλην ευθύνην της διακυβερνήσεως της χώρας ημών δια να διαφυλάξωσιν αυτήν εκ του επικινδύνου κομμουνισμού και του κομματικού διχασμού και με πίστιν ακλόνητον εις τον Θεόν και μείζονα αγάπην προς την Ελλάδα, αγωνισθώσι δια την ενότητα των Ελλήνων και δια την επιβεβλημένην πολιτικήν, κοινωνικήν και οικονομικήν ανόρθωσιν της φιλτάτης ημών Πατρίδος…Ευκαίρως δ’ εξαίροντες και τα επιτεύγματα της Εθνικής ημών Κυβερνήσεως εις όλους τους τομείς της εθνικής δραστηριότητος, προτρέπητε τους ενορίτας υμών και δια την επιφήφισιν του ΝΕΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, το οποίον αποσκοπεί εις την εγκαθίδρυσιν εν Ελλάδι πραγματικής Δημοκρατίας και προσερχόμενοι αξιοπρεπώς εις το δημοψήφισμα της 29ης του τρέχοντος Σεπτεμβρίου μηνός δώσητε και εν τούτω, ως εμπρέπει εις ιερείς, το καλόν παράδειγμα…»[12]. Δεν αρκέσθηκε όμως σ’ αυτήν, αλλά απέστειλε και δεύτερη  εγκύκλιο προς τους εφημέριους μοναχούς και τις μοναχές επιμένοντας πιεστικά να ψηφίσουν φοβούμενος  μήπως λόγω του μοναχικού τους σχήματος απέχουν του «δημοψηφίσματος». Τους γράφει λοιπόν: «….Επιθυμούμεν να τονίσωμεν και αύθις εις υμάς, ότι χρέος υμών είναι, όπως μετάσχητε εις το Δημοψήφισμα της 29ης Σεπτεμβρίου ψηφίζοντες το ΣΥΝΤΑΓΜΑ. Η μη συμμετοχή υμών εις το Δημοψήφισμα, εκτός της ηθικής ευθύνης, θεωρείται και παράβασις Νόμου του Κράτους συνεπαγομένη κυρώσεις,ως φυλάκισιν κ.λ.π.»[13].
Από τη σύντομη αναφορά μας στη στήριξη της δικτατορίας από τη Διοικούσα  Εκκλησία δεν πρέπει να παραλείψουμε τον Επίσκοπο Θεσσαλονίκης κ. Λεωνίδα,ο οποίος καθόλη τη διάρκεια της επταετίας ακόμη και την τελευταία στιγμή, συνέχιζε να τη στηρίζει ξεπερνώντας κάθε όριο[14]. Η ρήση του «Δύο Δέσποινας έχομεν. Μίαν εις τους ουρανούς,την Παναγίαν,και άλλην εις την γήν,την κυρία Προέδρου»[σ.σ.την Δέσποινα Παπαδοπούλου][15],είναι γνωστή στο πανελλήνιο.
Τέλος οφείλουμε να αναφέρουμε και την εκ του εξωτερικού αποδοχή της δικτατορίας από Έλληνες Ορθόδοξους Ιεράρχες, οι οποίοι φθάνουν στο σημείο να τη χαρακτηρίζουν και «Θεόπεμπτο», όπως και ο εκ Σικάγου ορμώμενος επίσκοπος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Βόρειας και Νότιας Αμερικής, ο Χριστουπόλεως κ. Μελέτιος,ο οποίος με αφορμή την επίσκεψή του στην Ελλάδα τον Οκτώβρη του 1967 εδήλωνε πως «Η επίσκεψις και η παραμονή μας εις την γενέτειραν επί ένα μήνα ήτο ένα πνευματικόν αναβάπτισμα εις ένα περιβάλλον χριστιανικόν, εθνικόν, νομοταγές, ασφαλέστατον και ειρηνικόν…Επιστρέφοντες εις την δευτέραν μας πατρίδα την Αμερικήν, απεκομίσαμεν αρίστας εντυπώσεις. Επί πλέον είμεθα χαρούμενοι και υπερήφανοι, διότι η Ελλάς δια της δυνάμεως του Θεού, ο οποίος σας κατηύθυνε και δια της αμέσου επεμβάσεως του εθνικού μας στρατού, δι Υμών και των συνεργατών σας ,απεκρούσατε εγκαίρως την εσωτερικήν θανάσιμον δια την Ελλάδα επιβουλήν του διεθνούς κομμουνισμού και εσώσατε την πατρίδα, την Εκκλησίαν, την οικογένειαν, την ελευθερίαν, την ανεξαρτησίαν, τα παιδιά μας, τα όσια και τα ιερά μας, ό,τι ιερόν και ό,τι πολύτιμον ως εθνικόν σύνολον και ως άτομα είχομεν…Η Στρατιωτική Κυβέρνησις της Ελλάδος της 21ης Απριλίου 1967 ήτο Θεόπεμπτος. Εύχομαι ο Κύριος των Δυνάμεων, ο Ιησούς Χριστός και η Παναγία Μητέρα του, η άγρυπνος στρατηγός και υπέρμαχος του Πανελληνίου, να σας δυναμώνουν όλους κυβέρνησιν, λαόν, στρατόν και εκκλησίαν»[16].
Στις 3-8-1968 ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Βενέδικτος παρασημοφορεί τους πρωτεργάτες της 21ης Απριλίου αναγορεύοντάς τους «Μεγάλους Σταυροφόρους του Τάγματος των Ορθοδόξων Σταυροφόρων του Παναγίου Τάφου. Προσφωνώντας τους, εκφράζει τις ευχαριστίες του για το ενδιαφέρον τους «υπέρ της μητρός των εκκλησιών του παλαιοτάτου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και της αγιωτάτης εκκλησίας της Ελλάδος, ως και της υφ’ υμών ενεργουμένης σταυροφορίας δια την επικράτησιν των ελληνοχριστιανικών ιδεωδών, εις δε και κραταίωσιν των ευγενών και ατρήτων αγώνων υπέρ της δόξης και του μεγαλείου του ευσεβούς ημών έθνους»[17].
Ακολουθώντας τη γραμμή του στις 6-5-1969 ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας κ. Νικόλαος απένειμε στον δικτάτορα Παπαδόπουλο το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Αποστόλου και Ευαγγελιστή Μάρκου. Στη προσφώνησή του υπογραμμίζει «ο δρόμος τον οποίον ακολουθήσατε δια την λύσιν  της πολιτικής καταστάσεως και την εξυγίανσιν του τόπου είναι ο καλύτερος,ασφαλής και βέβαιος, ο οποίος θα μας φέρη εις την κορυφήν της δόξης και της Αναστάσεως του Έθνους ημών. Είναι ασφαλώς, όπως θα γνωρίζετε και εσείς ο ίδιος, ο δρόμος αυτός ολίγον τι δύσκολος και ανηφορικός, αλλά να ενθυμήσθε πάντοτε τον δρόμον τον οποίον ηκολούθησε Αυτός, οΑρχηγός της εκκλησίας μας,ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Από τον Γολγοθάν θα πορευθούμε προς την Ανάστασιν. Έχετε παρά το πλευρόν σας σύμπασαν την εκκλησίαν όχι μόνον της Αλεξανδρείας και της Ελλάδος, αλλά όπου απανταχού ευρίσκονται Έλληνες Χριστιανοί. Και ο Θεός, ο οποίος σας εξέλεξε ως όργανόν του, θα σας βοηθήσει δια να φέρετε εις αίσιον πέρας το βαρύ έργον, το οποίον αναλάβατε, ήτοι την Αναγέννησιν του τόπου αυτού. Σας εύχομαι εξοχώτατε υγείαν σιδηράν και ακλόνητον, δια να ημπορέσετε να φέρετε εις αίσιον πέρας το έργον το οποίον σας ανέθεσε η πρόνοια του Θεού»[18].
Πλην όμως της Διοικούσας Εκκλησίας, είναι αξιοσημείωτη και η στάση των χριστιανικών οργανώσεων και των εντύπων θρησκευτικού περιεχομένου. Από τη πρώτη στιγμή με συνεχή δημοσιεύματα υπεραμύνονται των πολιτικών επιλογών της 21ης Απριλίου και τονίζουν την ορθότητα των δηλώσεων του «Προέδρου της Κυβερνήσεως» αλλά και όλων των στελεχών της δικτατορίας, τονίζοντας κατ’ επανάληψη «την ικανοποίησιν του δημοσίου αισθήματος απ’ αυτές»[19] και το αξιόλογον του περιεχομένου τους[20]
Η συχνότητα δημοσίευσης επαινετικών για την 21η Απριλίου δημοσιευμάτων στα χριστιανικά έντυπα δίνει την εντύπωση ότι είχαν κατά κάποιο τρόπο αναλάβει την ιδεολογική κάλυψη κάθε δραστηριότητας της δικτατορίας. Η «ΖΩΗ» βρίσκει το νόημα της «ΜΕΓΑΛΗΣ ΙΔΕΑΣ» και του Ελληνοχριστιανισμού στο λόγο του «αντιπροέδρου» της Κυβέρνησης στρατηγού Σπαντιδάκη προς τους νέους και προτείνει: «Ο λόγος αυτός θα πρέπει να διανεμηθή κατά το προσεχές σχολικόν έτος, ως ανάτυπον, εις όλον το μαθητικόν και φοιτητικόν κόσμον και να αναλυθή υπό των εκπαιδευτικών προς τους μαθητάς. Θα συνεργήση όχι ολίγον εις τον υγιή φρονιματισμόν των νέων και την δικαίαν καύχησίν των ότι είναι Έλληνες και Χριστιανοί»[21].
Ορισμένες φορές τα δημοσιεύματα στα περιοδικά αυτά είναι τόσο ακραία,που ούτε ο φανατικότερος υποστηρικτής της επταετίας δεν θα μπορούσε να τα συντάξει. Στις 8-5-1968 ο «ΣΩΤΗΡ» πανηγυρίζει για το ένα έτος διακυβέρνησης της χώρας από την δικτατορία. Σε σχόλιο με τίτλο «21ηΑπριλίου 1967» γράφει: «Με έκδηλον ενθουσιασμόν και παλλαϊκήν συμμετοχήν εωρτάσθη εις ολόκληρον την χώραν η πρώτη επέτειος της Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου 1967. Το Έθνος κατά το διαρρεύσαν έτος απήλαυσε πλείστα αγαθά εκ της επιβολής της τάξεως εις το εσωτερικόν της χώρας δια της εξαρθρώσεως του Κομμουνιστικού οργανισμού και των παραφυάδων του και εκ της διεθνούς αναγνωρίσεως της Κυβερνήσεως. Κάθε φιλόπατρις και φιλήσυχος Έλλην, όσον με βαθείαν ανησυχίαν αντίκρυζε την παντοειδή αποχαλίνωσιν εις τας εκδηλώσεις του Κρατικού μηχανισμού, μέχρι της 21ης Απριλίου,τ όσον με έκδηλον ικανοποίησιν απολαμβάνει τα αγαθά της τάξεως και ευνομίας, ουχ ήττον δε και της οικονομικής σταθερότητος και της παντοειδούς ανορθωτικής δραστηριότητος της Εθνικής Κυβερνήσεως εις όλους τους τομείς της ζωής του ΄Εθνους. Ο Θεός, τον Οποίον συχνά επικαλούνται οι πρωτεργάται της Επαναστάσεως, ας φωτίζη τους ηγέτας του ΄Εθνους και ας καθοδηγή την Εθνικήν Κυβέρνησιν εις ορθάς ενεργείας προς όφελος και δόξαν της Ελλάδος»[22]. Για τον «ΣΩΤΗΡΑ» «η Εθνική Κυβέρνησις αποτελείται από άνδρας πίστεως, ευλαβείας και υψηλού ήθους»[23].
Η «ΖΩΗ» καταγγέλει την εξέγερση του Πολυτεχνείου και τους μετέχοντες σ’ αυτήν: «Με μακρυά μαλλιά, παρδαλό ντύσιμο, λίγοι φοιτηταί και περισσότεροι εργάται και οικοδόμοι κλείσθηκαν στο Πολυτεχνείο, ξεχύθηκαν στους δρόμους με ανατρεπτικά συνθήματα, με οδοφράγματα, με πυρπολήσεις και ανατινάξεις, έσπειραν τον όλεθρο παντού,όπου πέρασαν. Η αναστατωμένη ζωή τους και οι εκρήξεις βίας και καταστροφής πηγάζουν από το κενό που νοιώθουν. Μερικοί από αυτούς ζουν χωρίς ιδανικά,ή μάλλον με ιδανικά της αναρχίας. Οι περισσότεροι παρασύρονται και νομίζουν ότι θα έρθη ο … κόκκινος Παράδεισος, αν ανατρέψουν τα πάντα! Έτσι φθάσαμε στις οδομαχίες του Παρισιού, στους βανδαλισμούε των Αθηνών! Φθάσαμε, αφού προηγήθηκαν τα 70 τόσα χρόνια του 20ου αιώνος, που χαρακτηρίζονται από τον εγωϊσμό των μεγάλων, από τα κηρύγματα της απιστίας του Καμύ και του Σάρτρ και τόσων άλλων αθέων ή κλονισμένων στην πίστι διανοητών, από την αδιαφορία και την περιφρόνησι κάθε ιδανικού, από την καταπάτησι κάθε δικαίου. Έτσι φθάσαμε στις εκρήξεις και στις επαναστάσεις της νεολαίας, στις καταστροφές και στην ηθική απαθλίωσι, ενώ συγχρόνως έντονα προβάλλουν τα τραγικά ερωτήματα:- Τι μας λένε τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, τα οδοφράγματα των Αθηνών; Να αναλογισθούμε τις ευθύνες μας εμείς οι ώριμοι. Τις ευθύνες τους μάλιστα οι αυτοκαλούμενοι ηγέται τους, εκείνοι που έντεχνα παρασύρουν ένα μέρος της νεότητος στην εξαθλίωσι και στην καταστροφή. Κλονισμένοι οι ίδιοι, δηλητηριάζουν εφήβους και νέους με της αναρχίας το δηλητήριο και το όπιο της αθείας. Κάτω η οικογένεια, φωνάζουν οι νέοι αυτοί, κάτω ο νόμος, κάτω η ηθική. Ζήτω η σεξουαλική ελευθερία!»[24].
Η ανάλυση αυτή για τη ζωή ήταν απόλυτα φυσιολογική, αν σκεφθεί κανείς  ότι ήταν απ’ τα πρώτα έντυπα που συνεχάρησαν τη δικτατορική Κυβέρνηση για την κατάργηση των πολιτικών νεολαιών. Πριν καν κλείσει μήνας από την ανάληψη της εξουσίας απ΄τους επίορκους στρατιωτικούς, η «ΖΩΗ» γράφει: «Διέπραξαν τα κόμματα και αυτό το βαρύ αμάρτημα· εφανάτισαν και εξήψαν ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής νεότητος προς τας κομματικάς αντιθέσεις και διαμάχας. Μερικά μάλιστα, των οποίων σαφώς διαφαινόμενος σκοπός ήτο η αποδιάρθρωσις και αποσύνθεσις της κοινωνίας, εξηρέθησαν τους νέους, εν ονόματι της «πολιτικής λευτεριάς» και της «παγκόσμιας ειρήνης», και με συνθήματα μίσους κατά πάσης αξίας, κατά παντός ιερού θεσμού, τους εξήγειραν, τους ωργάνωσαν εις μαχητικάς παρατάξεις και τους ωδηγούσαν σαφώς πλέον προς αιματηράς συγκρούσεις. Επί πλέον έσπειραν και εκαλλιέργησαν και μεταξύ αυτής ταύτης της μαθητιώσης και σπουδαζούσης νεολαίας ηθικάς και ιδεολογικάς αντιθέσεις και διαμάχας, απέναντι δε της οικογενείας και των εκπαιδευτικών ενέπνευσαν απείθειαν και ανταρσίαν και αδιαφορίαν δια την μόρφωσιν. Όλα δε αυτά, δια να εισαγάγουν τάχα τα άπλαστα παιδιά εις την πολιτικήν ζωήν και τα μορφώσουν «σαν λεύτερους πολίτες», εις την πραγματικότητα όμως δια να τα χρησιμοποιήσουν ως μάζαν προς εξυπηρέτησιν αντεθνικών και αντιχριστιανικών σκοπών. Και είναι σωτήριος δια την νεότητα και το έθνος η πράξις της σημερινής κυβερνήσεως,η οποία κατήργησε τας πολιτικάς νεολαίας και έθεσε φραγμόν εις την καπήλευσιν του αγνού ενθουσιασμού της ελληνικής νεότητος»[25].
Στον «ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΤΥΠΟ» τον Ιούλιο του 1967 στο άρθρο του Θεόκλητου Διονυσιάτη, όπου ο αρθρογράφος  «ερμηνεύει» τη φράση του υπαρχηγού της επταετίας Στυλιανού Παττακού «έχομεν σύμμαχον τον Θεόν», διαβάζουμε: «Δεκαετηρίδας ολοκλήρους είχομεν να ακούσωμεν τοιαύτην γλώσσαν εκφραστικήν του Ελληνοχριστιανικού Πνεύματος. Γλώσσαν πίστεως, γλώσσαν και χριστιανικήν και ελληνικήν, διερμηνεύουσαν την ατρόμητον κλασσικήν ανδρείαν της εθνικής ψυχής και την αταλάντευτον σταθερότητα επί τα πεπρωμένα της φυλής, που χαρίζει η Ορθόδοξος επί τον Θεόν πίστης…Η υψηλού περιεχομένου αύτη φράσις δε χαράσσει μόνον μίαν πυρίνην διαχωριστικήν γραμμήν μεταξύ ενός φαύλου και αθεοτάτου παρελθόντος των τελευταίων δεκαετηρίδων και της αυγής της 21ης Απριλίου που έπνευσεν εις την χώραν μας ως ελληνοχριστιανική αύρα, αλλά ανανεώνει και την μνήμην των θεμελίων και της βιώσεως του Βυζαντίου μας. Δια τούτο και θέλγει τας καρδίας και πλατύνει την σκέψιν μας η ιδέα, η ελπίς, μιας επιστροφής εις τας εθνικάς πηγάς…Η Εθνική Κυβέρνησις που διαθέτει τόσην ιδεολογικήν υγείαν, από όπου αντλεί αστειρεύτους δυνάμεις…Νεύσις Θεού ήτο η Επανάστασις προς σωτηρίαν της Ορθοδόξου Ελλάδος εκ των ονύχων του αθέου Κομμουνισμού»[26].
Στο ίδιο πνεύμα και το περιοδικό «ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ» της ομώνυμης Μονής του Αγίου Όρους [τεύχος Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1967] αναφέρει πως «Η παρούσα εθνική ημών κυβέρνησις…έσωσεν εκ του χείλους της καταστροφής το Έθνος ημών»[27]. Στις επόμενες σελίδες ο φιλοχουντικός Μητροπολίτης Κυθήρων Μελέτιος πλέκει το εγκώμιο της δικτατορίας «η σημερινή κυβέρνησις διαφέρει των άλλων μέχρι τούδε κυβερνήσεων…έχει ανυψώσει τας ηθικάς αρχάς, διότι πιστεύει σ’ αυτάς…Την Κυριακήν ως καλοί χριστιανοί να εκκλησιάζεσθε, να αγιάζεσθε δια έργων καλών αγάπης, βοηθούντες εις το έργον της Εθνικής Κυβερνήσεως»[28].
Όπως προαναφέραμε, είναι αδύνατη η ολοκληρωμένη παρουσίαση της όλης κατάστασης στις λίγες σελίδες αυτού του κεφαλαίου. Είναι σαφές ότι χρειάζεται εκτεταμένη έρευνα γύρω από τη στάση της Διοικούσας Εκκλησίας των χριστινικών οργανώσεων και των θρησκευτικών εντύπων στα χρόνια της δικτατορίας. Τη σύντομη αναφορά μας τη θεωρήσαμε απόλυτη αναγκαία, υπό την έννοια ότι μας βοηθάει να αντιληφθούμε το πολιτικό και θρησκευτικό κλίμα της εποχής, να κατανοήσουμε τη δύσκολη συγκυρία μέσα στην οποία κατόρθωσαν οι πολιτικοποιημένοι χριστιανοί να υψώσουν το πολιτικό τους ανάστημα και με τις πράξεις τους να τιμήσουν τις ευαγγελικές τους αρχές.



[1]  Συνέντευξη Εφ. Χριστιανική αρ. φ. 58 (31/8/1974) σ. 1.
[2] Γ. Καραγιάννη, Εκκλησία καί κράτος 1833-1977, ιστορική επισκόπηση των σχέσεών τους (εκδ. Το Ποντίκι), Αθήνα 1997, σ. 167.
[3]  ο.π. σ. 222.
[4] W. Fischer-E. Rondholz-Γ. Φαράντου, Επανάσταση και αντεπανάσταση στην Ελλάδα (1936-1974) (εκδ. Μπουκουμάνη), Αθήναι 1974, σ. 118.
[5] ΣΜΠ, Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ. 54 (3/8/1974) σ. 6.
[6] ΣΜΠ, Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ 55 (10/8/1974) σ. 5.
[7] ΣΜΠαπαθ., Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ 59 (7/9/1974), σ. 5.
[8] Γ. Καραγιάννη, μν. έκδ. σ. 224.
[9] Γ. Γκίνη, Ιεράρχες διάκονοι της χούντας, Αθήνα 1978, σ. 95-96.
[10] ό.π. σ. 87-88.
[11] ό.π. σ. 96.
[12] (ανυπόγραφο), Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ 64 (12/10/1974) σ. 5.
[13] , ό.π.
[14] Σ. Παπαθεμελή, Η αγωνία της ελευθερίας (εκδ. Μήνυμα) Αθήνα 1976, σ. 84.
[15]  Γ. Καραγιάννη μν. έκδ. σ. 167.
[16] ΣΜΠαπαθ., Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ.56 (17/8/1974) σ. 5.
[17] ΣΜΠαπαθ., Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ. 57 (24/8/1974) σ. 5.
[18] ΣΜΠαπαθ., Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ. 59 (7/9/1974) σ. 6.
[19] Σωτήρ, αρ. φ. 318 (10/5/67) σ. 280.
[20] Σωτήρ, αρ. φ. 361 (10/4/1968) σ. 234. Βλ. επίσης Σωτήρ αρ. φ. 385 (30/10/1968) σ. 616.
[21] Ζωή, αρ. φ. 2541 (29/9/1967).
[22] Σωτήρ, αρ. φ. 364 (8/5/1968) σ. 280.
[23] Σωτήρ, αρ. φ. 405 (26/3/1969) σ. 200.
[24] Ζωή, αρ. φ. 2837 (13/12/1973) σ. 359.
[25] Ζωή αρ. φ. 2535 (18/5/1967) σ.
[26] ΣΜΠ, Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ. 55 (3/8/1974) σ. 6.
[27] ΣΜΠαπαθ., Η μαύρη βίβλος του Ελληνικού κατηχητισμού, εφ. Χριστιανική, αρ. φ. 56 (17/8/1974) σ. 3.