Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Οι αριστεροί χριστιανοί έχουν προφανώς ανάγκη από γραφεία γνωριμιών




της Ντένιας Αθανασοπούλου-Κυπρίου

Ένα σχόλιο για τη θέση του θεολογικού λόγου στον δημόσιο χώρο, με αφετηρία την προσέγγιση του Τέρρυ Ήγκλετον

«Οι αριστεροί χριστιανοί έχουν προφανώς μεγάλη ανάγκη από γραφεία γνωριμιών», γράφει αυτοσαρκαστικά στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Λογική, πίστη και επανάσταση: Στοχασμοί γύρω από την περί Θεού διαμάχηο Τέρρυ Ήγκλετον, προκειμένου να εκφράσει τη δυσκολία μιας μέσης λύσης μεταξύ μιας φανατικά αντι-θρησκευτικής κοσμικής Αριστεράς και μιας φονταμενταλιστικής θρησκευτικής Δεξιάς. Το εγχείρημα του Βρετανού κριτικού φαίνεται δύσκολο. Στην προσπάθειά του να ισορροπήσει την κριτική του τόσο προς τους θεϊστές όσο και προς τους αθεϊστές φονταμενταλιστές, μπορεί στο τέλος να χάσει φίλους και συναδέλφους.
Για ποιον λόγο άραγε διακινδυνεύει τις φιλίες του, προκειμένου να στοχαστεί γύρω από την περί Θεού διαμάχη, που διεξάγεται τα τελευταία χρόνια μετά την έκδοση των πολεμικά αθεϊστικών και ιδιαίτερα ευπώλητων βιβλίων του Ντίτσκινς (όνομα με το οποίο ο Ήγκλετον αναφέρεται σε όλους εκείνους που, κατά τη γνώμη του, έγραψαν αθεϊστικά φονταμενταλιστικά βιβλία, όπως ο Κρίστοφερ Χίτσενς και ο Ρίτσαρντ Ντώκινς); Ο Ήγκλετον δεν αναλαμβάνει μια απολογία της θρησκευτικής πίστης ή μια υπεράσπιση της ιδέας της ύπαρξης ενός Θεού. Αναθρεμμένος ως κοινός Ρωμαιοκαθολικός και προερχόμενος από την εργατική τάξη της Αγγλίας, εγκατέλειψε την πίστη του όταν μπήκε στο Πανεπιστήμιο, αναζητώντας, όπως νόμιζε, κάτι πιο συναφές με την πραγματικότητα και λιγότερο ανόητο από ό,τι είχε διδαχθεί περί Θεού στο σχολείο. Ωστόσο, εξομολογείται ότι η Δεύτερη Σύνοδος του Βατικανού (1962-1965), με την κοινωνική διδασκαλία της μαζί με μια νέα εκδοχή του Ευαγγελίου που αναδείκνυε το ανθρώπινο και πολιτικό βάρος του χριστιανισμού, τον έκαναν να αναθεωρήσει τις απόψεις του. Διέκρινε ότι απέρριπτε τον χριστιανισμό, έχοντας στο μυαλό μια ειδωλολατρική αντίληψη του Θεού. Και η κριτική που ασκούν στη θρησκεία οι διάφοροι Ντίτσκινς γίνεται με βάση μια ειδωλολατρική περί Θεού αντίληψη, θεολογικά ξεπερασμένη αλλά και βιβλικά αστήρικτη. Ο συγγραφέας εισέρχεται λοιπόν σε μια συζήτηση για να δείξει πως ο χριστιανισμός, και ακόμα περισσότερο η θεολογική σκέψη, δεν είναι αυτό που παρουσιάζουν οι Ντίτσκινς.
Ιδιαίτερα σημαντικό θεωρώ ότι ο Ήγκλετον αναδεικνύει την πολιτική διάσταση του Ευαγγελίου και της πίστης, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τις πολιτικές διαστάσεις της αθεΐας των σύγχρονων αθεϊστών φονταμενταλιστών. Κατανοώντας τη θεολογία με όρους απελευθέρωσης, ερμηνεύει με τρόπο ανατρεπτικό και απελευθερωτικό τις βιβλικές αφηγήσεις, τονίζοντας ότι ο ίδιος ο Ιησούς παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος των περιττωμάτων της Γης. Με το μαρξιστικό του ένστικτο, ο Ήγκλετον διακρίνει τον λόγο περί δικαιοσύνης και αδελφοσύνης των Ευαγγελίων και αναγνωρίζει τη σημασία του σε έναν χρεωκοπημένο, μεταφορικά και κυριολεκτικά πλέον, κόσμο. Η ηθική την οποία κηρύσσει ο Ιησούς αποτελεί πρόκληση για την αστική ηθική του Ντίτσκινς: «Συγχώρεσε τους εχθρούς σου, χάρισε το μανδύα αλλά και το χιτώνα σου, γύρισε και το άλλο μάγουλο, αγάπα αυτούς που σε προσβάλλουν, κάνε το καλύτερο που μπορείς, μη σκέφτεσαι καθόλου το αύριο».
Τι νόημα έχουν όλα αυτά σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον; Τι νόημα έχουν στο πλαίσιο ιμπεριαλιστικών πολιτικών οι προτροπές για πραότητα και ειρήνη που βρίσκουμε στους Μακαρισμούς; Μήπως θα έπρεπε ο Ντίτσκινς να εισηγηθεί την απαγόρευση αυτής της ύπουλης προπαγάνδας υπέρ της ειρήνης και των φτωχών; Ο Ιησούς δεν φέρνει ούτε κατά διάνοια σε φιλελεύθερο: άστεγος, χωρίς υπάρχοντα, ταγμένος εργένης, φίλος των αποβλήτων, αποστρεφόμενος τα υλικά αποκτήματα, αμελής όσον αφορά τους κανόνες αγνότητας, επικριτής της παραδοσιακής αυθεντίας, αγκάθι στο πλευρό του κατεστημένου, μάστιγα για όσους επένδυαν στον πλούτο: «Δεν θα γινόταν καλό μέλος επιτροπής. Ούτε θα τα πήγαινε καλά στη Γουόλ Στριτ, όπως δεν τα πήγε καλά με τα γραφεία συναλλάγματος στο ναό της Ιερουσαλήμ».
Σε όλο το βιβλίο διακρίνουμε την καχυποψία του συγγραφέα απέναντι στις πολιτικές προθέσεις που κρύβονται πίσω από τη λυσσαλέα προσπάθεια των σύγχρονων αθεϊστών να εξοβελίσουν από τη δημόσια σφαίρα τη θρησκεία. Ο Ήγκλετον αναγνωρίζει βέβαια τα κακά που προέρχονται από τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, αναρωτιέται όμως γιατί οι αθεϊστές τύπου Ντίτσκινς δεν ασκούν ανάλογη κριτική στις καταστροφικές συνέπειες της αμερικανικής επέμβασης στο Αφγανιστάν. Αναρωτιέται, επίσης, γιατί δεν αναγνωρίζουν τη βρομερή ιστορία της αποικιοκρατίας, τη δυστυχία που προκαλεί ο ρατσισμός και ο σεξισμός, η παραγωγή και αναπαραγωγή της φτώχειας και της πείνας. Ο Ντίτσκινς υποστηρίζει το πολιτικό κατεστημένο, αφού η εκστρατεία του δεν συνοδεύεται από μιαν εξίσου απερίφραστη κριτική του παγκόσμιου καπιταλισμού, συστήματος που γεννά μεγάλο μέρος του άγχους και του αισθήματος ταπείνωσης, από τα οποία τρέφεται ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός. Βασικά, αυτό που ενοχλεί τους αθεϊστές υποστηρικτές του κατεστημένου στην «πίστη» είναι η δέσμευσή της στην ιδέα ότι η Ιστορία έχει τη δυνατότητα να μεταμορφωθεί από τους ανθρώπους. Ορισμένοι φαίνεται ότι πολεμούν την πίστη, τη διακρίνουν απόλυτα από τη λογική και την ταυτίζουν με τις ανορθολογικές πεποιθήσεις. Ακόμα και έτσι, όμως, δεν θα έπρεπε να ελέγχουν και το περιεχόμενο των πεποιθήσεων, να δουν κατά πόσο είναι επιβλαβές; Πόσο επιβλαβής είναι η πίστη στο ευαγγέλιο της αγάπης;
Ο Ήγκλετον προτείνει να μη λαμβάνουμε την πίστη ως μέγεθος εκ διαμέτρου αντίθετο με τη λογική, αλλά να προσβλέπουμε σε μια έλλογη πίστη και μια λογική θεμελιωμένη σε κάτι διαφορετικό από τον εαυτό της. Για τον Ήγκλετον, με μια έλλογη πίστη, με μια αγαπητική δέσμευση σε ένα ευαγγέλιο δικαιοσύνης, ειρήνης και αδελφοσύνης, η ανθρωπότητα θα θεωρούσε τον εαυτό της διαχειριστή, και όχι κυρίαρχο, της φύσης: «Ο πόλεμος θα υποκλινόταν μπροστά στη ειρήνη. Η συγχώρεση θα σήμαινε, μεταξύ άλλων πραγμάτων, το χάρισμα των αβάσταχτων χρεών που καθηλώνουν τα φτωχά έθνη».
Στο βιβλίο διακρίνουμε τις απελευθερωτικές δυνατότητες της θεολογικής σκέψης, του θεολογικού λόγου και των βιβλικών αφηγήσεων. Για την αριστερή συνείδηση του ΄Ηγκλετον, η μελέτη της Βίβλου δεν είναι χαμένος χρόνος. Η θεολογία επαναφέρει πολιτικές αξίες στο προσκήνιο, θέτοντας ζητήματα για το πεπρωμένο της ίδιας της ανθρωπότητας, σε σχέση όχι με τον εαυτό της (και άρα με το είδωλό της), αλλά με αυτό που η θεολογία θεωρεί την υπερβατική (την όντως διαφορετική) πηγή της ανθρώπινης ζωής. Αντίθετα, η εμμονή ορισμένων στην παραμονή του θεολογικού λόγου στην ιδιωτική σφαίρα καλλιεργεί την υποταγή στους νόμους της αγοράς, ενισχύει το καπιταλιστικό σύστημα, περιθωριοποιεί τις πολιτικές αξίες, μειώνει εν τέλει την ανθρώπινη ευθύνη, μας αποδεσμεύει από την προσπάθεια να επιφέρουμε κάποια μεταβολή στην τρομακτική θέση στην οποία βρίσκεται η ανθρωπότητα.
Η ουσιαστική διαφορά του θεολογικού λόγου είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τον κόσμο. Η θεολογία δέχεται τον κόσμο και τη ζωή ως δώρο, μια δημιουργία από το τίποτα, μια μαρτυρία της ελευθερίας του Θεού· αναγνωρίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι αίτιος του εαυτού του, και έτσι έχει επίγνωση της ευθραυστότητας και της θνητότητάς του. Στο πλαίσιο του θεολογικού λόγου, αναγνωρίζεται η θνητότητα όχι για να μετατραπεί ο θάνατος σε φετίχ αλλά για να μπορούμε ως άνθρωποι να βιώσουμε το πλήρωμα της ζωής μας.
Ο Ήγκλετον εισηγείται έναν τραγικό ανθρωπισμό, διακριτό από το φιλελεύθερο ανθρωπισμό του Ντίτσκινς. Ο τραγικός ανθρωπισμός συμμερίζεται το όραμα του φιλελεύθερου ανθρωπισμού για την ελεύθερη και ευτυχή ανάπτυξη της ανθρωπότητας· ωστόσο –είτε στη σοσιαλιστική είτε στη χριστιανική είτε στην ψυχαναλυτική παραλλαγή του– υποστηρίζει ότι μόνο μέσα από μια διαδικασία αυτοαλλοτρίωσης, με την έννοια της αποφασιστικής αντιμετώπισης του χειρότερου εαυτού μας, και μιας εν συνεχεία ριζικής αναδημιουργίας, μπορεί η ανθρωπότητα να φτάσει στην αυτοπραγμάτωση. Δεν υπάρχουν, για τον Ήγκλετον, εγγυήσεις ότι θα γεννηθεί ένα τέτοιο μεταμορφωμένο μέλλον· θα μπορούσε όμως να έρθει λίγο νωρίτερα, αν δεν εξακολουθούσαμε να βάζουμε εμπόδια με τον δογματισμό, τον εγωισμό και τις όποιες φοβίες μας.


*Η Ντένια Αθανασοπούλου-Κυπρίου είναι δρ φιλοσοφίας της θρησκείας, διδάσκουσα στο Ελεύθερο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.
Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή το βιβλίο του Terry Eagleton, Λογική, πίστη και επανάσταση: Στοχασμοί γύρω από την περί Θεού διαμάχη, μετ. Πέτρος Γεωργίου (Πατάκης 2011). Μια εκτενέστερη εκδοχή θα δημοσιευθεί στο προσεχές τεύχος (123) του περ. Σύναξη.


Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΨΑΡΟΥΔΑΚΗΣ· «῾Ο ἐθνικισμός εἶναι ἡ πιό προσοδοφόρα πηγή τῆς καπιταλιστικῆς τάξης»







«Τήν γάπη γιά τήν πατρίδα τήν παινομε, τόν θνικισμό τόν καταδικάζουμε» (ρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Β’).

Λάβαρο καί σημαία τς «Χρυσς Αγς»  θνικισμός, πού σκόπιμα τόν ταυτίζει μέ τή φιλοπατρία, διαστρεβλώνοντας τόπραγματικό περιεχόμενο τς γάπης πρός τήν πατρίδα.
᾿Αντί λλων σχολίων καί ναλύσεων, παραθέτουμε στή συνέχεια, να πραγματικά στορικς σημασίας κείμενο περίθνικισμο, το ειμνήστου δρυτ τς Χ.Δ., Νικολάου Ψαρουδάκη, πό τό βιβλίο του· «Χριστιανική ᾿Επανάσταση - Η φιλοσοφία τς ᾿Επανάστασης», πού γράφηκε πρίν μισό περίπου αἰώνα!
᾿Αξίζει  μελέτη του, διαίτερα πό σους λέμε τι εμαστε Χριστιανοί.

Γράφει  Νίκος Ψαρουδάκης (που νωτέρω, σσ. 144-150)·

Ο χριστιανός γνωρίζει πώς δέν εναι στόν κόσμο ατό  ριστική του διαμονή, πώς δέν «χει δε μένουσαν πόλιν». Ονθρωπος δέν εναι δημιούργημα το κόσμου, μά το ΘεοΟ Θεός δωσε στόν νθρωπο κατοικία του τή γπου σύμφωνα μέ τούς φυσικούς νόμους περν τήν σύντομη ζωή του. Η γκόσμια ζωή, σ᾿ ναφορά μέ τήν αωνιότητα, δέν εναι οτε μιά σταγόνα στόν κεανό. Γι᾿ ατό εναι ντιανθρώπινο κάθε τι πού στήν σύντομη τωρινή ζωή καταστρέφει τή μέλλουσα, πού εναι  παντοτεινή. Μεγάλο ρόλο στό ζήτημα ατό παίζει  σχέση το τόμου μέ τήν πατρίδα του καίτή φυλή του. Η πατρίδα κι  φυλή χουν γιά τό χριστιανό τή σημασία πού χει κάθε λλο πργμα πού πηρεάζει τήν πραγματοποίηση τς χριστιανικς του ποστολς. Η πατρίδα κι  φυλή χουν νόημα, μόνο φόσον βοηθον τόννθρωπο στόν γώνα του νά τελειοποιηθ καί νά ζήση, πως ρίζει  διδασκαλία το Χριστο. Εναι μέσα γιά τή ζωή κι᾿χι σκοπός. Δέν πάρχουν ο νθρωποι γιά τήν πατρίδα, μά  πατρίδα γιά τούς νθρώπους. Οταν  πατρίδα μποδίζη τόν νθρωπο στήν ξέλιξή του  καταστρέφη τή ζωή του, τότε πρέπει νά χτυπηθπως καί κάθε λλος χθρός. Ο Χριστιανός γαπ τήν πατρίδα του καί τό θνος του, λλά δέν ασθάνεται λατρεία γι᾿ ατά᾿Αποδίδει σ᾿ ατά τό σεβασμό πού πρέπει, μά πέχει πολύ π᾿ τόν στερικό θαυμασμό καί τή θεοποίησή τους.
Η πατρίδα καί τό θνος στή νεοειδωλολατρική ποχή μας εναι μεγάλος πειρασμός γιά τούς Χριστιανούς. Η διδασκαλία το Χριστο βρίσκεται πάνω πό πατρίδες καί φυλές. Ο Χριστός μέ τό θεϊκό του μεγαλεο γκάλιασε λο τόν κόσμο κιραματίστηκε τήν νθρωπότητα νωμένη σάν μιά ποίμνη. Γι᾿ ατό  διδασκαλία το Χριστο δέν γνωρίζει πατρίδες καίφυλές. Γνωρίζει τόν νθρωπο, τόν ποιονδήποτε νθρωπο το κόσμου, τό παιδί το κοινο παγκόσμιου πατέρα, καίκαθόλου δέν ξαρτ τή θεία χάρη π᾿ τή γλσσα, τό χρμα,  τόν τόπο τς καταγωγς του. Ο Χριστιανοί, φορες τς χριστιανικς διδσκαλίας, μοιραα ρχονται σ᾿ ντίθεση μέ τούς εδωλολάτρες, πού έχοντας παρανοήσει τά πράγματα μεταβάλλουν τήν πατρίδα καί τό θνος σέ εδωλο καί ερό σκοπό.
Ο Χριστιανός γαπ τήν πατρίδα του καί τήν φυλή του, πειδή τόν συνδέουν μ᾿ ατά ρισμένα περιστατικάρισμένες παραδόσεις καί ναμνήσεις. Αν δέν πρχε τό συναίσθημα, ποτέ δέν θφτανε  Χριστιανός μέ τή λογική, στήν γάπη τς πατρίδας, καί το θνους. ᾿Αγαπ τήν πατρίδα μου, δηλ. ρισμένη δαφική περιοχή τς γς, ατό μως δέν σημαίνει πώς δέν θά μποροσα ν᾿ γαπήσω κι ποιοδήποτε λλο κομμάτι τς γς που θά τφερνε  μορα νά ζήσω. Θθελα νάμποροσα νά γνωρίσω καί ν᾿ γαπήσω λες τίς γωνιές το κόσμου, που λάμπει  γλυκύς λιος καί ζον δυό νθρωποιγαπημένοι καί καλοί. Νοιώθω πατρίδα μου πιό πολύ τήν καλωσύνη καί τή χαρά, παρά τά γρια βουνά καί τά νυδρα ποτάμια μις χώρας, που συνέπεσε νά γεννηθ, πού λέγεται πατρίδα καί γιά τήν ποία διάφοροι ποπτοι τύποι συνθέτουν μνους καί διθυράμβους. Κάθομαι καί σκέπτομαι· Εχω κανένα λόγο γώ ν᾿ γαπ τήν πατρίδα καί τό θνος μου παραπάνω π᾿ ,τι κάθε λλος κάτοικος τς γς τήν δική του πατρίδα καί τό θνος; Οχι. Ατό σημαίνει πώς λες οπατρίδες το κόσμου εναι τό διο ξιαγάπητες καί πώς  λόγος πού γαπ κανείς μιά πατρίδα θά μποροσε νά τόν κάμη ν᾿ γαπήση καί κάθε λλη πατρίδα το κόσμου. Ετσι φθάνομε στό συμπέρασμα πώς μιά εναι  κοινή πατρίδα λων τννθρώπων·  γ· καί μιά  φυλή τους·  νθρωπότητα.
Μέ τή μεγάλη ατή πατρίδα  νθρωπος ασθάνεται νά τόν συνδέουν μεγάλοι δεσμοί. Δεσμοί πιό σχυροί κι᾿ πό κείνους πού ασθάνεται νά πάρχουν μέ τήν διαίτερή του πατρίδα. Ο σημερινός νθρωπος καταλαβαίνει πώς ,τι εναι τό φείλει σ᾿ λο τό κόσμο. Κάθε χώρα χει προσφέρει τόν βολό της στό ταμεο το πολιτισμοΕνα μεγάλο μέρος το αυτομας τό φείλομε σ᾿ νθρώπους λλων χωρν κι’ λλης φυλς πό μς. Η διαφορά τς πατρίδας καί το θνους δένμποδίζει τούς νθρώπους νά οκοδομον τόν κοινό τους πολιτισμό καί νά σηκώνουν λλήλων τά βάρη. Κυττάζω στήβιβλιοθήκη μου καί βλέπω νόματα π᾿ λον τόν κόσμο. ᾿Ονόματα νθρώπων μ᾿ λλη γλσσα, λλη πατρίδα, λλη φυλή μ᾿ μένα καί πού μ᾿ λα ατά, χωρίς νά τούς χω γνωρίσει προσωπικά, τούς γαπ σάν καλούς μου φίλους καίπερν μαζί τους πολύτιμες ρες, ν μ᾿ κατοντάδες γνωστούς μου πού ζον δίπλα μου, ασθάνομαι νά μή μέ συνδέη τίποτα, σχετο πώς εμεθα συμπατριτες. Νοιώθω, ς Χριστιανός, νά εναι πατρίδα μου τό πνεμα κι οκογένειά μου τάργα το Θεο᾿Αγαπ τή πνευματική μου πατρίδα καί θεωρ φίλους μου κι᾿ δελφούς μου λους κείνους, πού στάδιάφορα σημεα τς γς σκέφτονται καί πονον σα μέ μένα. Πο πάρχει λευθερία καί καλοσύνη; ᾿Εκε εναι  πατρίδα μου καί κείνην γαπ, χωρίς νά εναι νάγκη νά μο τό πιβάλλη κανείς. Θεωρ νέκφραστα γελοίους καί μηδαμινούςλους κείνους πού πιμένουν νά καθορίζουν τήν πατρίδα μέ βουνά καί ποτάμια καί συρματοπλέγματα, πως στήν παλιά ποχή ο Ελληνες θεωροσαν λλη πατρίδα τή Σπάρτη, λλη τήν Κόρινθο, τήν ᾿Αθήνα, τή Θήβα κ.λπ. Πς εναι δυνατό μετά τό Εαγγέλιο το Χριστογώ  Χριστιανός, νά θεωρ πατρίδα μου μιά ρισμένη γωνιά τς γς, πούπερικλείεται μέσα σ᾿ ρισμένα ρια πού καθόρισαν αθαίρετα πουλοι διπλωμάτες καί νά μήν θεωρ πατρίδα μου λην τήν νθρωπότητα, τήν μεγάλην οκογένεια το Θεο, γιά τήν ποία  Χριστός πέθανε κι ο μάρτυρες τοΧριστιανισμο, τόν κόσμο το πνεύματος μέσα στόν ποον ζ καί κινομαι καί εμαι; Η ννοια τς εδωλολατρικς πατρίδας εναι σφυκτική γιά τόν συνειδητό Χριστιανό, τόν ξυπνημένο νθρωπο το 20ο αἰώνα.
Η γάπη τς πατρίδας καί το θνους μόνο χριστιανικά καθορισμένη κανοποιε τόν πολιτισμένο νθρωπο καί βοηθεστή συναδέλφωση καί τήν ερήνη το κόσμου. Ο θνικισμός μπορε ν᾿ ποβ μοιραος στή ζωή τν λαν, πως τόμαχαίρι στά χέρια το μωροΗ στορία συνεχς πιβεβαιώνει τήν λήθεια ατή καί καλά θά κάμουν ο λαοί νά δώσουν προσοχή στή φωνή της. Η προσωπολατρεία κι  θνικισμός ταν νέκαθεν  γόνιμη γπου σπέρνονταν καίκαρποφοροσαν τά ζιζάνια το Σαταν, τά προορισμένα νά συμπνίγουν τίς θεϊκές ντολές καί νά μεταβάλλουν τήννθρωπότητα σέ σφαγεο. Τό ν᾿ γαπ κανείς τήν πατρίδα του σέ τίποτα δέν κάνει κακό᾿Αγαπ τήν πατρίδα μου, γιατίκε γεννήθηκε κι κε πάρχουν ρισμένα πράγματα, μέ τά ποα χω συνδεθ κατά κάποιο τρόπο. Τό τι γαπ τήν πατρίδα μου ατό μέ κάνει νά θεωρ φυσικό ν᾿ γαπ τήν πατρίδα του κι  πολίτης μις λλης πατρίδας. Οτε σκέπτομαι ποτέ πώς μπορ γώ νά μποδίσω ατόν  ατός μένα νά ασθάνωμαι τό ασθημα ατό᾿Απ’ ναντίας...᾿Επειδή γαπ τήν πατρίδα μου, νοιώθω φίλους μου λους κείνους πού γαπον τήν δική τους πατρίδα. Μς συνδέει κατανόηση τς κοινς μοίρας, το κοινο πόνου.
Οπως ναγνωρίζω τό δικαίωμα στόν κάθε νθρωπο το κόσμου ν᾿ γαπ τή γυνακα του, τά παιδιά του, τή ζωή του, νά χαίρεται τό κοστούμι του, τήν ργασία του κ.τ.τ., γιατί ατό μ᾿ ρέσει νά κάνω κι γώτσι το ναγνωρίζω τόδικαίωμα νχη μιά πατρίδα καί νά τήν γαπ σο ατός θέλει. Το ναγνωρίζω κόμα τό δικαίωμα, πως παίρνη διαζύγιο π᾿ τή γυνακα του,  πως λλάζη τό κοστούμι του, τσι νά πάψη ν᾿ γαπ τήν πατρίδα του  νά μήν γαπς συγκεκριμένα καμμιά. Καί σέβομαι τή δήλωσή του πώς εναι πολίτης το κόσμου καί πώς παραμένει ναγκαστικά στή γ, γιατί εναι κόμα δύνατη  μετάβασή του σ᾿ λλο... πλανήτη. Ατά λα τ᾿ ναγνωρίζω στό συνάνθρωπό μου, γιατί σάν χριστιανός ξέρω πώς εναι πουσιώδη ζητήματα τς ζως, μικρά μέσα γιά τό μεγάλο σκοπό. Κάθε νθρωπος φθάνει στόχριστιανικό σκοπό μέ τό δικό του τρόπο. Δέν εναι σωστό νά ποχρεώσωμε κανέναν νά κλέξη τόν τρόπο τό δικό μας.Ο τρόπος γιά τό ρπαγμα το καρπο π᾿ τό δένδρο τς ζως, ρχεται πό μέσα μας κι χι π᾿ ξω. ᾿Απ᾿ τό Σύνταγμας τήν Ομόνοια λλοι πηγαίνουν μέ λεωφορεο, λλοι μέ ταξίλλοι μέ τρόλεϋ κι λλοι μέ τά πόδια. Σημασία χει πώςλοι φθάνουν. Μπορ νά ποχρεώσω να γέρο νά πάη μέ τά πόδια  να φτωχό νά πάη μέ ταξίΗ γάπη πρός τήν πατρίδα καί τό θνος, χριστιανικά, δέν εναι δόγμα ζως. Εναι τομική πόθεση κι τσι πρέπει νά κρίνεται. Ολος κόσμος εναι ργο το διου δημιουργο καί κάθε κομμάτι τς γς ξίζει νά τό γαπήση κανείς. Ο Χριστιανισμός πλώνει τήν πατρίδα σ᾿ λη τή γπως φέρνει τή σκέψη στό θρόνο το Θεο καί τήν ζωή στήν αωνιότητα.
Οπως χομε τονίσει λλο, ο λαοί μέχρι σήμερα χρησιμοποιήθηκαν σάν πιόνια στό παιγνίδι τν μπόρων γιά τή ληστεία τς κοινωνίας. Ο πολιτικοί κι ο μποροι χρησιμοποίησαν λες τίς πλευρές το ψυχικο καί κοινωνικο βίου γιά τήνπικράτησή τους. Τά ερά καί τά για τς νθρωπότητας, γιναν ντικείμενο μπορίας καί συναλλαγς. Φυσικά τόσυναίσθημα τς φιλοπατρίας χρησιμοποιήθηκε π᾿ τά πρτα. Η ρχουσα τάξη μέ τά κοινωνικά της ργανα, τούς πολιτικούς καί τούς διανοουμένους, νόθευσε τήν γάπη πρός τήν πατρίδα καί τήν κανε θνικισμό, γιά νά τήν καταντήση στό τέλος σωβινισμό καί μπεριαλισμό. Γιά τό σκοπό ατό  στική γεσία χρησιμοποιε ετε ναρκωτικά, τόνοθευμένο θρησκευτικό κήρυγμα, ετε διεγερτικάπως εναι  θνικισμός. Τά ναρκωτικά τς ξασφαλίζουν τήν κατοχήτν παράνομων κερδν, τά διεγερτικά τς αξάνουν τά κέρδη. Ο θνικισμός εναι  πιό προσοδοφόρα πηγή τς καπιταλιστικς τάξης.
Η κεφαλαιοκρατική τάξη πού καταπιέζει μιά χώρα πεκτείνει τή δράση της καί σ᾿ λλες χρες κι τσι γίνεται νας διεθνής γώνας πικράτησης μεταξύ τν κεφαλαιοκρατικν συγκροτημάτων τν διαφόρων χωρν. Οταν  γώνας ατός φθάση σέ κρίσιμο σημεο, τότε χρησιμοποιεται  πόλεμος, γιά νά κρίνη τήν τύχη τν οκονομικν συγκροτημάτων. Γιά νά φέρουν τούς λαούς σέ φόρμα νά πολεμήσουν, ο γέτες τους μεταχειρίζονται τόν θνικισμό, καλλιεργον τό σωβινισμό καί ποθάλπουν τό νστικτο τς καταστροφς κι ρπαγς μέ τό μιλιταρισμό. Μέμορφοστολισμένες ψευτιές, πλαστογράφηση τς στορίας καί καπηλεία τς θικς, ο λαοί δηγονται στήν πιό μεγάληξαχρείωση, τσι πού νά μήν πάρχη γκλημα κι λιθιότητα, πού νά μήν εναι κανοί νά τά πράξουν.
᾿Εθνικισμός σημαίνει θεοποίηση τς πατρίδας καί το κράτους. Η θεοποίηση ατή εναι  συντομώτερος δρόμος πρός τήν ποκτήνωση τν λαν. Μέ τόν θνικισμό  πατρίδα γίνεται σκοπός, ντικείμενο λατρείας, παίρνοντας τή θέση τοΘεο. Ο Χριστιανοί πρέπει νά ξέρουν πώς  θνικισμός εναι πικίνδυνη μορφή εδωλολατρίας, ργανο το διαβόλου καίρνηση τς φιλοπατρίας τν λλων.
Κλασσικό παράδειγμα εναι  γερμανικός θνικισμός· « Γερμανία περάνω λων». Οταν κανείς θεοποιήση τή πατρίδα του, τότε θέλει νά καταργήση τίς λλες πατρίδες καί ν᾿ ναγκάση τούς πολίτες τους ν᾿ γαπον τή δική του πατρίδα. Γιατί ατό; Θά θέλαμε μιά πάντηση π᾿ τούς θνικιστές· ταιριάζει ατό στήν νθρώπινη ξιοπρέπεια καί τή χριστιανικήδιότητα; Η πατρίδα εναι θρησκεία; Υπάρχει κανένας Θεός πού νά δίδαξε τόν θνικισμό; Μπορε νά εναι κανέναςθνικιστής καί χριστιανός; Ο Χριστιανισμός γεμίζοντας τά πάντα δημιουργε διαχώρητο. Στό χριστιανικό διαχώρητο δέν χουν θέση ντιχριστιανικά πράγματα καί πομένως οτε  θνικισμός. Τό θνος, σάν σύνολο λαο, πρέπει νάβρίσκεται στήν πηρεσία το Θεο. Ατή εναι  ληθινή ννοια τς φιλοπατρίας. Τό περιεχόμενο κι  ποστολή τοΧριστιανισμο εναι ντελς συμβίβαστα μέ τή σημερινή μορφή τς νθρωπότητας. Τά κράτη, τά θνη, τά σύνορα, οφυλετικές διακρίσεις, ,τι χει σχέση μέ πιθέσεις καί κατακτήσεις ξένων δαφν εναι κατανόητα πό χριστιανικήπλευρά. Σ᾿ λα ατά ο Χριστιανοί δέν βλέπουν παρά τό σχέδιο το διαβόλου, πού κρατ τούς λαούς χωρισμένους, γιάνά μή πραγματοποιηθ τό σχέδιο το Θεο πού θέλει νά νώση τήν νθρωπότητα. Ο θνικισμός καί τά περί ατόν, εναι τοξίνη πού πιδιώκει τήν ποσύνθεση τς νθρωπότητας. Τό ντίδοτο στήν περίπτωση ατή εναι τό κήρυγμα τοΧριστο γιά τήν μοιβαία κατανόηση νάμεσα στούς λαούς. Ο Χριστιανισμός, πως χομε πεξευγενίζει τήν πατρίδα δίνοντάς της πνευματικό περιεχόμενο καί τήν μεγαλώνει πεκτείνοντάς την σ᾿ λο τόν κόσμο καί μέχρι τό Θεό.
Χριστιανική πατρίδα εναι  πνευματικός κόσμος,  θανασία καί  αωνιότητα καί χριστιανικός θνικισμός τό μεγάλοδανικό τς παγκόσμιας ερήνης καί συναδέλφωσης, τς «μίας ποίμνης», πως  Κύριος επε· «γενήσεται μία ποίμνη, ες ποιμήν».


http://www.xristianiki.gr/arkheio-ephemeridas/872/nikolaos-psaroudakes-thnikisms-enai-pi-prosodophra-peg-ts-kapitalistiks-txes.html