Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Ντέσμοντ Τούτου: Να δικαστούν στη Χάγη Μπλερ και Μπους


Την άποψη ότι ο πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας Τόνι Μπλερ και ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους θα πρέπει να δικαστούν στη Χάγη για τον πόλεμο στο Ιράκ, ο οποίος στηρίχθηκε σε «ένα ψέμα», διατυπώνει ο νοτιοαφρικανός αρχιεπίσκοπος που έχει τιμηθεί με Νόμπελ Ειρήνης, Ντέσμοντ Τούτου. 
Σε άρθρο του στη βρετανική εφημερίδα «Observer», ο νοτιοαφρικανός ιερωμένος προσάπτει στον Μπλερ και στον Μπους ότι ψεύδονταν όταν χρησιμοποίησαν ως πρόφαση για την εισβολή στο Ιράκ την πιθανή παρουσία στη χώρα αυτή όπλων μαζικής καταστροφής, την ώρα που, όπως λέει, το μόνο που ήθελαν ήταν «να ξεφορτωθούν τον Σαντάμ Χουσέιν».
Ο Τούτου επισημαίνει επίσης ότι οι Μπλερ και Μπους κατ' αυτόν τον τρόπο «αποσταθεροποίησαν και πόλωσαν τον κόσμο σε βαθμό που δεν είχε επιτύχει ποτέ καμία άλλη σύγκρουση στην ιστορία (...) με το φάσμα της Συρίας και του Ιράν μπροστά μας».
Ο Νοτιοαφρικανός αρχιεπίσκοπος επικαλείται τα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία, η απόφασή τους αυτή οδήγησε «στο να πεθαίνουν καθημερινά από επιθέσεις αυτοκτονίας και εκρήξεις οχημάτων 6,5 άνθρωποι» στο Ιράκ.
Αμεση ήταν η αντίδραση του Τόνι Μπλερ, ο οποίος χαρακτήρισε τις κατηγορίες του Νοτιοαφρικανού αρχιεπισκόπου περί ψεύδους «μια παλιά ασύστατη φήμη», η οποία είναι λάθος να επαναλαμβάνεται την ώρα που «όλες οι ανεξάρτητες αναλύσεις έχουν δείξει» το αντίθετο.

Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

AGAPE: Mια προοδευτική χριστιανική πρωτοβουλία για την παγκόσμια οικονομία και την αειφόρο ανάπτυξη













Με την κρίση που ξέσπασε το 2007 στις ΗΠΑ με τα ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου, η οποία ως γνωστό κορυφώθηκε το Σεπτέμβρη του 2008 με την κατάρρευση της Lehman Brothers και από το επόμενο έτος πέρασε με εντονότερο ρυθμό στην ευρωπαϊκή δημοσιονομική σφαίρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την ελληνική οικονομία, έγινε κατανοητό από την παγκόσμια χριστιανική κοινότητα πως υπάρχει ένα τεράστιο ηθικό πρόβλημα, στο οποίο ο χριστιανισμός δεν μπορεί πλέον να μένει απαθής. Με δεδομένη μάλιστα την γενικότερη κρίση της παγκόσμιας οικονομίας, όλες οι συσσωρευμένες αντιφάσεις της οποίας εκρήγνυνται σταδιακά οδηγώντας την σε κατάρρευση, η παγκόσμια ιεραποστολή είναι πλέον υποχρεωμένη να φέρει ως πρώτη προτεραιότητα το ζήτημα αυτό.
Είναι γεγονός ότι η παγκόσμια χριστιανική κοινότητα, κύρια έκφραση τις οποίας αποτελεί το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών (ΠΣΕ), έχει προ πολλού προβληματιστεί για την παγκόσμια οικονομία από την προοπτική τις «οικονομικής δικαιοσύνης», μια έννοια που αναπτύχθηκε από τις εκκλησίες και την οικουμενική κίνηση ως πρωταρχικό αίτημα τις χριστιανικής μαρτυρίας στον 21ο αιώνα. Η χριστιανική πίστη δεν μπορεί να αγνοεί την ανάγκη για την δικαιοσύνη σε παγκόσμιο επίπεδο,και το ελάχιστο που έχουν να κάνουν οι πιστοί, σύμφωνα με το αίτημα τις Κυριακής προσευχής «ελθέτω η Βασιλεία σου … ως εν ουρανώ και επί γης», είναι να εργάζονται για την προώθηση της δίκαιης κατανομής των πόρων και της εξουσίας, πράγματα απαραίτητα για μια ανθρώπινη και οικολογικά βιώσιμη ανάπτυξη.
Στην τελευταία διακήρυξη των προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών το 2008 τονίζεται χαρακτηριστικά: «Οι Ορθόδοξοι χριστιανοί συμμερίζονται μετά των άλλων, θρησκευόμενων ή μη ανθρώπων του πλανήτη, την ευθύνη για τη σύγχρονη κρίση, διότι ανέχθηκαν ή συμβιβάστηκαν ακρίτως και προς ακραίες επιλογές του ανθρώπου χωρίς την αξιόπιστη αντιπαράθεση προς αυτές του λόγου της πίστεως .…Το χάσμα μεταξύ πλουσίων και πτωχών διευρύνεται δραματικά εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης, που συνήθως είναι αποτέλεσμα μανιακής κερδοσκοπίας εκ μέρους οικονομικών παραγόντων και στρεβλής οικονομικής δραστηριότητας, η οποία, στερούμενη ανθρωπολογικής διαστάσεως και ευαισθησίας, δεν εξυπηρετεί, τελικά, τις πραγματικές ανάγκες της ανθρωπότητας. Βιώσιμη οικονομία είναι εκείνη, που συνδυάζει την αποτελεσματικότητα με την δικαιοσύνη και την κοινωνική αλληλεγγύη».
Εδώ και δεκαετίας έχει με σαφήνεια υποστηριχθεί πως «ο χριστιανικός κόσμος και οι διάφορες χριστιανικές ομολογίες έχουν υποχρέωση να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της παγκοσμιοποίησης από τη σκοπιά της χριστιανικής πίστης, και για το λόγο αυτό να αντισταθούν στη μονομερή επιβολή της οικονομικής και πολιτιστικής παγκοσμιοποίησης». Οι εκπρόσωποι των εκκλησιών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, για παράδειγμα, διατύπωσε το ερώτημα: «Έχουν το θάρρος οι εκκλησίες μας να αντιμετωπίσουν τις ‘αξίες’ μιας ζωής προσανατολισμένης στο κέρδος ως θέμα πίστεως, ή θα προτιμήσουν να σιωπήσουν και να αποσυρθούν στην ‘ιδιωτική’ σφαίρα; Είναι ένα ερώτημα που οι εκκλησίες οφείλουν να απαντήσουν, αλλιώς θα χάσουν την ψυχή τους»!
Η ανθρώπινη ανάπτυξη σε βιώσιμες κοινωνίες επομένως αποτελεί βασικό όραμα τις παγκόσμιας χριστιανικής κοινότητας, με σκοπό την αναζήτηση τις οικονομικής δικαιοσύνης. Ο χριστιανικός κόσμος πιστεύει ότι η δικαιοσύνη είναι η καρδιά του προβλήματος. Πιστεύει ότι οι αξίες δεν μετρούνται με μονεταριστικούς όρους, και η ζωή – και ό, τι είναι απαραίτητο για την διατήρησή της – δεν μπορεί να εμπορευματοποιείται. Το κλειδί για την αντιμετώπιση των βασικών θεμάτων τις οικονομικής δικαιοσύνης είναι ειλικρινής κριτική, σαφήνεια και εναλλακτική πρόταση του ισχύοντος κυρίαρχου μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης και νομισματικής παγκοσμιοποίησης, καθώς και αμφισβήτηση με βάση την χριστιανική πίστη ορισμένων αξιών της.
Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε την λεγόμενη «οικονομία της σαμπάνιας», σύμφωνα με την οποία το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει το 83% του παγκόσμιου πλούτου. Ένα άλλο 20% κατέχει αντίστοιχα το 11%, ενώ το υπόλοιπο 60% κατέχει μόνο το 6% του παγκόσμιου πλούτου. Όσον αφορά τα διεθνή οικονομικά ιδρύματα, που ασκούν απόλυτη σχεδόν εξουσία στην διεθνή οικονομία, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) δανείζει χρήματα στις αναπτυσσόμενες χώρες, επιβάλλοντας όμως σκληρά «διαρθρωτικά» μέτρα, η Παγκόσμια Τράπεζα, υποστηρίζει βέβαια αναπτυξιακά προγράμματα με δάνεια που χορηγεί, απαιτεί όμως από τα κράτη να υλοποιούν τις διαρθρωτικές αλλαγές πριν τους δοθούν τα δάνεια. Αφήνουμε το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, το οποίο κατά κύριο λόγο ορίζει την πολιτική του ΔΝΤ και άλλων ιδρυμάτων. Αξίζει να σημειωθεί, ότι στο ΔΝΤ π.χ., το ποσοστό ψήφων που αντιστοιχεί στις ΗΠΑ είναι 17,4%, ενώ το σύνολο των αφρικανικών κρατών μόνο το 4,5%. Στην Παγκόσμια Τράπεζα, οι ΗΠΑ κατέχουν το 16,5%, η Ιαπωνία το 7,9%, η Γερμανία το 4,5%, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία το 4,3% αντίστοιχα, ενώ η Ινδία – στην οποία αντιστοιχεί το 16% του παγκόσμιου πληθυσμού – κατέχει λιγότερο από το 3% των ψήφων.
Αυτά όμως είναι πολύ δύσκολο, έως πρακτικά αδύνατο, να αλλάξουν τη ρότα της παγκόσμιας οικονομίας, αν δεν δραστηριοποιηθούν οι θρησκευτικές κοινότητες, και κυρίως οι χριστιανικές. Μόνο με την μαζική αντίδρασή τους και τις πρωτοβουλίες, τις οποίες οι ηγέτες των οφείλουν να αναλάβουν – η απήχηση των περιβαλλοντολογικών πρωτοβουλιών του Οικουμενικού Πατριάρχου παγκοσμίως θα πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα για όλους – είναι δυνατή η υλοποίηση μιας αντι-οικονομικής παγκοσμιοποίησης, η οποία θα αποτελεί εναλλακτική πρόταση στο νεοφιλελεύθερο «παράδειγμα» που τείνει να παγιωθεί σήμερα. Προς αυτή την κατεύθυνση για πάνω από μια δεκαετία στα πλαίσια του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών έχει εγκαινιαστεί μια συνεχιζόμενη διαδικασία με το ακρωνύμιο ΑΓΑΠΗ (ΑGAPE= Alternative Globalization Addressing People and Earth), επίκεντρο της οποίας είναι ο νόμος του δημιουργού Θεού και ζητούμενο η κορωνίδα της δημιουργίας, ο άνθρωπος, με στόχο μια βιώσιμη και δίκαιη παγκόσμια οικονομία, και ασφαλώς δεν προσδιορίζονται από τον λεγόμενο «μονόδρομο της οικονομικής παγκοσμιοποίησης». Η πρωτοβουλία αυτή έχει ως βάση το βιβλικό αξίωμα: «του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής» (Ψαλμός 24:1, δηλαδή «στο Θεό ανήκει η γη, και ό, τι βρίσκεται σε αυτήν, ο κόσμος, και όσοι ζουν σ’ αυτόν).

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Μοναχή Νεκταρία:οι ρατσιστές δεν είναι χριστιανοί ·



  • παιδιά μου είμαι πολύ συντετριμμένη με τον ρατσισμό πού βλέπω στην Ελλάδα , παρακαλώ κάθε μέρα τον Θεό και την Παναγία μας να έχει καλά όλο τον κόσμο άσχετου χρώματος και εθνικότητας και με αυτά που δυστυχώς βλέπω νιώθω προδομένη από ένα κράτος που υποτίθεται είναι ορθόδοξο και μορφωμένο .
    οι ρατσιστές δεν είναι χριστιανοί.


    (το αλίευσα από το facebook και το μοιράζομαι μαζί σας)


    http://e-theologia.blogspot.gr/2012/08/blog-post_14.html

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Οι αριστεροί χριστιανοί έχουν προφανώς ανάγκη από γραφεία γνωριμιών




της Ντένιας Αθανασοπούλου-Κυπρίου

Ένα σχόλιο για τη θέση του θεολογικού λόγου στον δημόσιο χώρο, με αφετηρία την προσέγγιση του Τέρρυ Ήγκλετον

«Οι αριστεροί χριστιανοί έχουν προφανώς μεγάλη ανάγκη από γραφεία γνωριμιών», γράφει αυτοσαρκαστικά στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Λογική, πίστη και επανάσταση: Στοχασμοί γύρω από την περί Θεού διαμάχηο Τέρρυ Ήγκλετον, προκειμένου να εκφράσει τη δυσκολία μιας μέσης λύσης μεταξύ μιας φανατικά αντι-θρησκευτικής κοσμικής Αριστεράς και μιας φονταμενταλιστικής θρησκευτικής Δεξιάς. Το εγχείρημα του Βρετανού κριτικού φαίνεται δύσκολο. Στην προσπάθειά του να ισορροπήσει την κριτική του τόσο προς τους θεϊστές όσο και προς τους αθεϊστές φονταμενταλιστές, μπορεί στο τέλος να χάσει φίλους και συναδέλφους.
Για ποιον λόγο άραγε διακινδυνεύει τις φιλίες του, προκειμένου να στοχαστεί γύρω από την περί Θεού διαμάχη, που διεξάγεται τα τελευταία χρόνια μετά την έκδοση των πολεμικά αθεϊστικών και ιδιαίτερα ευπώλητων βιβλίων του Ντίτσκινς (όνομα με το οποίο ο Ήγκλετον αναφέρεται σε όλους εκείνους που, κατά τη γνώμη του, έγραψαν αθεϊστικά φονταμενταλιστικά βιβλία, όπως ο Κρίστοφερ Χίτσενς και ο Ρίτσαρντ Ντώκινς); Ο Ήγκλετον δεν αναλαμβάνει μια απολογία της θρησκευτικής πίστης ή μια υπεράσπιση της ιδέας της ύπαρξης ενός Θεού. Αναθρεμμένος ως κοινός Ρωμαιοκαθολικός και προερχόμενος από την εργατική τάξη της Αγγλίας, εγκατέλειψε την πίστη του όταν μπήκε στο Πανεπιστήμιο, αναζητώντας, όπως νόμιζε, κάτι πιο συναφές με την πραγματικότητα και λιγότερο ανόητο από ό,τι είχε διδαχθεί περί Θεού στο σχολείο. Ωστόσο, εξομολογείται ότι η Δεύτερη Σύνοδος του Βατικανού (1962-1965), με την κοινωνική διδασκαλία της μαζί με μια νέα εκδοχή του Ευαγγελίου που αναδείκνυε το ανθρώπινο και πολιτικό βάρος του χριστιανισμού, τον έκαναν να αναθεωρήσει τις απόψεις του. Διέκρινε ότι απέρριπτε τον χριστιανισμό, έχοντας στο μυαλό μια ειδωλολατρική αντίληψη του Θεού. Και η κριτική που ασκούν στη θρησκεία οι διάφοροι Ντίτσκινς γίνεται με βάση μια ειδωλολατρική περί Θεού αντίληψη, θεολογικά ξεπερασμένη αλλά και βιβλικά αστήρικτη. Ο συγγραφέας εισέρχεται λοιπόν σε μια συζήτηση για να δείξει πως ο χριστιανισμός, και ακόμα περισσότερο η θεολογική σκέψη, δεν είναι αυτό που παρουσιάζουν οι Ντίτσκινς.
Ιδιαίτερα σημαντικό θεωρώ ότι ο Ήγκλετον αναδεικνύει την πολιτική διάσταση του Ευαγγελίου και της πίστης, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τις πολιτικές διαστάσεις της αθεΐας των σύγχρονων αθεϊστών φονταμενταλιστών. Κατανοώντας τη θεολογία με όρους απελευθέρωσης, ερμηνεύει με τρόπο ανατρεπτικό και απελευθερωτικό τις βιβλικές αφηγήσεις, τονίζοντας ότι ο ίδιος ο Ιησούς παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος των περιττωμάτων της Γης. Με το μαρξιστικό του ένστικτο, ο Ήγκλετον διακρίνει τον λόγο περί δικαιοσύνης και αδελφοσύνης των Ευαγγελίων και αναγνωρίζει τη σημασία του σε έναν χρεωκοπημένο, μεταφορικά και κυριολεκτικά πλέον, κόσμο. Η ηθική την οποία κηρύσσει ο Ιησούς αποτελεί πρόκληση για την αστική ηθική του Ντίτσκινς: «Συγχώρεσε τους εχθρούς σου, χάρισε το μανδύα αλλά και το χιτώνα σου, γύρισε και το άλλο μάγουλο, αγάπα αυτούς που σε προσβάλλουν, κάνε το καλύτερο που μπορείς, μη σκέφτεσαι καθόλου το αύριο».
Τι νόημα έχουν όλα αυτά σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον; Τι νόημα έχουν στο πλαίσιο ιμπεριαλιστικών πολιτικών οι προτροπές για πραότητα και ειρήνη που βρίσκουμε στους Μακαρισμούς; Μήπως θα έπρεπε ο Ντίτσκινς να εισηγηθεί την απαγόρευση αυτής της ύπουλης προπαγάνδας υπέρ της ειρήνης και των φτωχών; Ο Ιησούς δεν φέρνει ούτε κατά διάνοια σε φιλελεύθερο: άστεγος, χωρίς υπάρχοντα, ταγμένος εργένης, φίλος των αποβλήτων, αποστρεφόμενος τα υλικά αποκτήματα, αμελής όσον αφορά τους κανόνες αγνότητας, επικριτής της παραδοσιακής αυθεντίας, αγκάθι στο πλευρό του κατεστημένου, μάστιγα για όσους επένδυαν στον πλούτο: «Δεν θα γινόταν καλό μέλος επιτροπής. Ούτε θα τα πήγαινε καλά στη Γουόλ Στριτ, όπως δεν τα πήγε καλά με τα γραφεία συναλλάγματος στο ναό της Ιερουσαλήμ».
Σε όλο το βιβλίο διακρίνουμε την καχυποψία του συγγραφέα απέναντι στις πολιτικές προθέσεις που κρύβονται πίσω από τη λυσσαλέα προσπάθεια των σύγχρονων αθεϊστών να εξοβελίσουν από τη δημόσια σφαίρα τη θρησκεία. Ο Ήγκλετον αναγνωρίζει βέβαια τα κακά που προέρχονται από τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, αναρωτιέται όμως γιατί οι αθεϊστές τύπου Ντίτσκινς δεν ασκούν ανάλογη κριτική στις καταστροφικές συνέπειες της αμερικανικής επέμβασης στο Αφγανιστάν. Αναρωτιέται, επίσης, γιατί δεν αναγνωρίζουν τη βρομερή ιστορία της αποικιοκρατίας, τη δυστυχία που προκαλεί ο ρατσισμός και ο σεξισμός, η παραγωγή και αναπαραγωγή της φτώχειας και της πείνας. Ο Ντίτσκινς υποστηρίζει το πολιτικό κατεστημένο, αφού η εκστρατεία του δεν συνοδεύεται από μιαν εξίσου απερίφραστη κριτική του παγκόσμιου καπιταλισμού, συστήματος που γεννά μεγάλο μέρος του άγχους και του αισθήματος ταπείνωσης, από τα οποία τρέφεται ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός. Βασικά, αυτό που ενοχλεί τους αθεϊστές υποστηρικτές του κατεστημένου στην «πίστη» είναι η δέσμευσή της στην ιδέα ότι η Ιστορία έχει τη δυνατότητα να μεταμορφωθεί από τους ανθρώπους. Ορισμένοι φαίνεται ότι πολεμούν την πίστη, τη διακρίνουν απόλυτα από τη λογική και την ταυτίζουν με τις ανορθολογικές πεποιθήσεις. Ακόμα και έτσι, όμως, δεν θα έπρεπε να ελέγχουν και το περιεχόμενο των πεποιθήσεων, να δουν κατά πόσο είναι επιβλαβές; Πόσο επιβλαβής είναι η πίστη στο ευαγγέλιο της αγάπης;
Ο Ήγκλετον προτείνει να μη λαμβάνουμε την πίστη ως μέγεθος εκ διαμέτρου αντίθετο με τη λογική, αλλά να προσβλέπουμε σε μια έλλογη πίστη και μια λογική θεμελιωμένη σε κάτι διαφορετικό από τον εαυτό της. Για τον Ήγκλετον, με μια έλλογη πίστη, με μια αγαπητική δέσμευση σε ένα ευαγγέλιο δικαιοσύνης, ειρήνης και αδελφοσύνης, η ανθρωπότητα θα θεωρούσε τον εαυτό της διαχειριστή, και όχι κυρίαρχο, της φύσης: «Ο πόλεμος θα υποκλινόταν μπροστά στη ειρήνη. Η συγχώρεση θα σήμαινε, μεταξύ άλλων πραγμάτων, το χάρισμα των αβάσταχτων χρεών που καθηλώνουν τα φτωχά έθνη».
Στο βιβλίο διακρίνουμε τις απελευθερωτικές δυνατότητες της θεολογικής σκέψης, του θεολογικού λόγου και των βιβλικών αφηγήσεων. Για την αριστερή συνείδηση του ΄Ηγκλετον, η μελέτη της Βίβλου δεν είναι χαμένος χρόνος. Η θεολογία επαναφέρει πολιτικές αξίες στο προσκήνιο, θέτοντας ζητήματα για το πεπρωμένο της ίδιας της ανθρωπότητας, σε σχέση όχι με τον εαυτό της (και άρα με το είδωλό της), αλλά με αυτό που η θεολογία θεωρεί την υπερβατική (την όντως διαφορετική) πηγή της ανθρώπινης ζωής. Αντίθετα, η εμμονή ορισμένων στην παραμονή του θεολογικού λόγου στην ιδιωτική σφαίρα καλλιεργεί την υποταγή στους νόμους της αγοράς, ενισχύει το καπιταλιστικό σύστημα, περιθωριοποιεί τις πολιτικές αξίες, μειώνει εν τέλει την ανθρώπινη ευθύνη, μας αποδεσμεύει από την προσπάθεια να επιφέρουμε κάποια μεταβολή στην τρομακτική θέση στην οποία βρίσκεται η ανθρωπότητα.
Η ουσιαστική διαφορά του θεολογικού λόγου είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τον κόσμο. Η θεολογία δέχεται τον κόσμο και τη ζωή ως δώρο, μια δημιουργία από το τίποτα, μια μαρτυρία της ελευθερίας του Θεού· αναγνωρίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι αίτιος του εαυτού του, και έτσι έχει επίγνωση της ευθραυστότητας και της θνητότητάς του. Στο πλαίσιο του θεολογικού λόγου, αναγνωρίζεται η θνητότητα όχι για να μετατραπεί ο θάνατος σε φετίχ αλλά για να μπορούμε ως άνθρωποι να βιώσουμε το πλήρωμα της ζωής μας.
Ο Ήγκλετον εισηγείται έναν τραγικό ανθρωπισμό, διακριτό από το φιλελεύθερο ανθρωπισμό του Ντίτσκινς. Ο τραγικός ανθρωπισμός συμμερίζεται το όραμα του φιλελεύθερου ανθρωπισμού για την ελεύθερη και ευτυχή ανάπτυξη της ανθρωπότητας· ωστόσο –είτε στη σοσιαλιστική είτε στη χριστιανική είτε στην ψυχαναλυτική παραλλαγή του– υποστηρίζει ότι μόνο μέσα από μια διαδικασία αυτοαλλοτρίωσης, με την έννοια της αποφασιστικής αντιμετώπισης του χειρότερου εαυτού μας, και μιας εν συνεχεία ριζικής αναδημιουργίας, μπορεί η ανθρωπότητα να φτάσει στην αυτοπραγμάτωση. Δεν υπάρχουν, για τον Ήγκλετον, εγγυήσεις ότι θα γεννηθεί ένα τέτοιο μεταμορφωμένο μέλλον· θα μπορούσε όμως να έρθει λίγο νωρίτερα, αν δεν εξακολουθούσαμε να βάζουμε εμπόδια με τον δογματισμό, τον εγωισμό και τις όποιες φοβίες μας.


*Η Ντένια Αθανασοπούλου-Κυπρίου είναι δρ φιλοσοφίας της θρησκείας, διδάσκουσα στο Ελεύθερο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.
Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή το βιβλίο του Terry Eagleton, Λογική, πίστη και επανάσταση: Στοχασμοί γύρω από την περί Θεού διαμάχη, μετ. Πέτρος Γεωργίου (Πατάκης 2011). Μια εκτενέστερη εκδοχή θα δημοσιευθεί στο προσεχές τεύχος (123) του περ. Σύναξη.